Το Πομόριε βρίσκεται σε μια στενή χερσόνησο στη βορειοδυτική ακτή του κόλπου του Μπουργκάς και περιβάλλεται σχεδόν ολοκληρωτικά από τη θάλασσα, ενώ στα βόρειά του από λιμνοθάλασσα αλμυρού νερού. Μόνο από τα δυτικά συνδέεται με την ενδοχώρα. Επειδή η μορφή του εδάφους στην περιοχή έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στους αιώνες, αυτό είχε ως αποτέλεσμα και ο ίδιος ο οικισμός να μετακινείται. Οι αρχαιολογικές έρευνες και οι ιστορικές πηγές δείχνουν ότι ένα παλαιότερο οικιστικό κέντρο βρισκόταν περίπου 3 χιλιόμετρα δυτικά-βορειοδυτικά της σημερινής πόλης, στην περιοχή που είναι γνωστή ως Παλαιοκάστρο. Πιθανότατα, ο οικισμός παρέμεινε σε αυτή τη θέση και κατά τους μεσσαιωνικούς χρόνους. Η Άννα Κομνηνή περιγράφει την πόλη ως φυσικά οχυρωμένη και ιδιαίτερα δύσβατη από όλες τις κατευθύνσεις, καθώς από τη μία πλευρά προστατεύεται από τη θάλασσα και από την άλλη από τα δύσβατα εδάφη. Με την πάροδο του χρόνου, η πόλη μετακινείται προς το άκρο της χερσονήσου. Η ταύτιση του οικισμού με την αρχαία Αγχίαλο επιβεβαιώνεται τόσο από αρχαιολογικά ευρήματα όσο και από αρχαίες γραπτές πηγές. Ήδη από τον 2ο αιώνα π.Χ., η πόλη αναφέρεται σε επιγραφές και από τον γεωγράφο Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει ότι μετά τη Μεσημβρία ακολουθεί η Αγχίαλος, ένας μικρός οικισμός που σχετίζεται με την Απολλωνία (σημερινή Σωζόπολη). Η μαρτυρία αυτή έχει οδηγήσει πολλούς ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η Αγχίαλος ιδρύθηκε ως αποικία της Απολλωνίας, πιθανότατα για να ελέγχει τον κόλπο του Μπουργκάς και την ευρύτερη περιοχή.
Ωστόσο, η χρονολόγηση της ίδρυσης της πόλης παραμένει αβέβαιη. Ορισμένοι μελετητές τοποθετούν την ίδρυσή της πριν από τον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ άλλοι προτείνουν ακόμη παλαιότερες χρονολογίες, ήδη από τον 5ο ή και τον 6ο αιώνα π.Χ. Παράλληλα, αρχαιολογικά ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ύπαρξης προγενέστερου θρακικού οικισμού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα από υποθαλάσσιες έρευνες στα νότια της σημερινής πόλης. Εκεί έχουν εντοπιστεί λίθινες άγκυρες που χρονολογούνται ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ., καθώς και αντικείμενα ναυσιπλοΐας και θραύσματα αμφορέων από διάφορες περιόδους. Η μεγάλη συγκέντρωση αυτών των ευρημάτων αποδίδεται πιθανότατα στα πολυάριθμα ναυάγια στην περιοχή, γεγονός που υποδηλώνει τη σημασία της περιοχής ως θαλάσσιου εμπορικού κόμβου ήδη από πολύ νωρίς. Το όνομα “Αγχίαλος” παράγεται από την πρόθεση “αγχί”, που σημαίνει πλησίον, και τη λέξη “αλς-αλός” που σημαίνει θάλασσα. Αγχίαλος είναι η παραθαλάσσια πόλη.
Μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, η Αγχίαλος εντάσσεται στο σαντζάκι της Σιλίστρας, που εκτεινόταν από τον Δούναβη έως τα νότια σύνορα της σημερινής νοτιοανατολικής Βουλγαρίας και θα αναδειχθεί σε διοικητικό κέντρο, ρόλο που θα κρατήσει και στους επόμενους αιώνες. Κατά τον 17ο αιώνα, ο καζάς της Αγχιάλου κάλυπτε μια εκτεταμένη περιοχή που περιλαμβάνει δεκάδες οικισμούς. Με τα σημερινά δεδομένα, η γεωγραφική έκταση του καζά αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τρίτο της σημερινής περιοχής του Μπουργκάς, γεγονός που καταδεικνύει τη διοικητική και στρατηγική σημασία της πόλης. Εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε άλλο αστικό κέντρο στη νότια βουλγαρική ακτή της Μαύρης Θάλασσας που να μπορεί να ανταγωνιστεί το Πομόριε σε μέγεθος και επιρροή.
Εκτός από την στρατηγική της σημασία, ένας από τους λόγους που επιλέχθηκε η Αγχίαλος για διοικητικό κέντρο της περιοχής ήταν η παραγωγή άλατος και το λιμάνι της. Η Αγχίαλος εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα αλατοπαραγωγής, αποτελώντας βασική πηγή εσόδων για το οθωμανικό κράτος. Ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα ανακηρύσσεται σε σουλτανική ιδιοκτησία, με ιδιαίτερα υψηλά φορολογικά έσοδα.
Στην Αγχίαλο των οθωμανικών χρόνων λειτουργεί οργανωμένη αγορά και η πόλη αναδεικνύεται σε κομβικό σημείο διακίνησης αγαθών, με ιδιαίτερη έμφαση στο αλάτι. Ο γνωστός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή εντυπωσιάζεται από την όψη της: σπίτια με κεραμίδια, λουτρά, αγορές, εργαστήρια και φυσικά, οι περίφημες αλυκές, που αποτελούν την καρδιά της οικονομίας της πόλης. Σύμφωνα με τον Τσελεμπή, τα καταστήματα είναι δεκάδες, ενώ το σκεπαστό παζάρι αποτελεί την καρδιά της οικονομικής ζωής.
Η Αγχίαλος παρουσιάζει πολυδιάστατη οικονομία, με τη γεωργία και την κτηνοτροφία να κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Στα χωράφια καλλιεργούνται κυρίως σιτηρά, με το κριθάρι και το σιτάρι να κυριαρχούν. Τα προϊόντα αυτά δεν εξυπηρετούν μόνο τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, αλλά διοχετεύονταν και στον οθωμανικό στρατό. Δεν είναι τυχαίο ότι τα σιτηρά βρίσκονται στην πρώτη θέση των προϊόντων που διακινούνται στην αγορά της πόλης ήδη από τον 16ο αιώνα.
Η εικόνα της αγοράς συμπληρώνεται από το εμπόριο ζώων και ζωικών προϊόντων. Αν και διακινούνται διάφορα είδη ζώων, η κτηνοτροφία επικεντρώνεται κυρίως στην εκτροφή προβάτων και κατσικιών. Τα στοιχεία του 18ου αιώνα αποκαλύπτουν την εντυπωσιακή κλίμακα αυτής της δραστηριότητας: μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, ο αριθμός των μικρών ζώων αυξάνεται σημαντικά, ξεπερνώντας ακόμη και άλλες γνωστές περιοχές παραγωγής.
Παράλληλα, στην Αγχίαλο, και δίπλα στην Σωζόπολη, αναπτύσσεται και η δενδροκαλλιέργεια και κυρίως η αμπελουργία. Οι αμπελώνες απλώνονται παντού δίνοντας μια εικόνα αφθονίας στους περιηγητές της εποχής. Η παραγωγή και η εμπορία κρασιού αποτελούν βασικό στοιχείο της τοπικής οικονομίας και ρυθμίζονται μάλιστα από ειδικές διατάξεις.
Το θαλάσσιο εμπόριο παίζει καθοριστικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Οι χριστιανοί έμποροι της πόλης δραστηριοποιούνται έντονα στις θαλάσσιες εμπορικές συναλλαγές, εκμεταλλευόμενοι ένα σημαντικό πλεονέκτημα: τα προϊόντα που φτάνουν από τη θάλασσα φορολογούνται πολύ λιγότερο σε σχέση με εκείνα που μεταφέρονται από την ενδοχώρα.
Οι οικονομικές αυτές δραστηριότητες ρυθμίζονται από ειδικούς νόμους, οι οποίοι καθορίζουν με ακρίβεια τους δασμούς και τις συναλλαγές. Μέσα από αυτούς διακρίνεται και μια διαφοροποίηση στη φορολογία μεταξύ μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων εμπόρων, κάτι που αντικατοπτρίζει τη δομή της οθωμανικής κοινωνίας. Τα σιτηρά, το λάδι και άλλα βασικά προϊόντα υπόκεινται σε συγκεκριμένους φόρους, ενώ για τα εμπορεύματα που φτάνουν στο σκεπαστό παζάρι επιβάλλονται τέλη τόσο στον αγοραστή όσο και στον πωλητή.
Παρά τις όποιες εμπορικές, κτηνοτροφικές και γεωργικές δραστηριότητες, η πραγματική πηγή πλούτου και ευημερίας της πόλης βρίσκεται στο αλάτι. Οι ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες, σε συνδυασμό με τη διαχρονική μεταβίβαση της τέχνης της αλατοπαραγωγής από γενιά σε γενιά, ανέδειξαν την Αγχίαλο σε σημαντικό κέντρο παραγωγής θαλασσινού αλατιού.
Η Μαύρη Θάλασσα παρουσιάζει σχετικά χαμηλή αλατότητα, περίπου 16%–18%. Το θαλασσινό νερό διεισδύει μέσα από τη στενή λωρίδα άμμου και σχηματίζει μια λιμνοθάλασσα στην περιοχή, δημιουργώντας ένα φυσικό αλμυρό οικοσύστημα. Η απουσία εισροής γλυκού νερού, σε συνδυασμό με την έντονη ηλιοφάνεια και τους σταθερούς ανέμους, οδηγεί σε σημαντική αύξηση της αλατότητας κατά τους θερινούς μήνες, φτάνοντας το 30%–50%.
Από τη στιγμή που οι φυσικές διεργασίες ολοκληρωθούν, μέσω ενός ειδικά διαμορφωμένου καναλιού, το νερό διοχετεύεται στην πρώτη δεξαμενή, όπου η συγκέντρωσή του αυξάνεται από 60% έως 120%.
Αφού το νερό περάσει την πρώτη δεξαμενή, στη συνέχεια, περνά μέσω μιας ξύλινης θυρίδας στη δεύτερη δεξαμενή, όπου η αλατότητα ανέρχεται στο 130%–200%. Κατά τη διαδρομή αυτή, απομακρύνονται τα βαρύτερα στοιχεία, όπως τα άλατα ασβεστίου, τα οποία θα μπορούσαν να υποβαθμίσουν την ποιότητα του τελικού προϊόντος. Έτσι, το νερό καθαρίζεται φυσικά και οδηγείται στις αλυκές.
Οι αλυκές είναι σχεδιασμένες ώστε να λειτουργούν ανεξάρτητα μεταξύ τους. Ο πυθμένας τους αποτελείται από πηλό, ο οποίος έχει συμπιεστεί με θαλασσινή άμμο, δημιουργώντας μια σταθερή επιφάνεια πάνω στην οποία σχηματίζεται ένα λεπτό στρώμα, γνωστό ως «μητέρα». Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, η διαδικασία κρυστάλλωσης του αλατιού διαρκεί από 5 έως 10 ημέρες.
Η συλλογή του αλατιού πραγματοποιείται έως και σήμερα με παραδοσιακό τρόπο: με ξύλινες σέσουλες συγκεντρώνεται σε σωρούς και αφήνεται να στεγνώσει για μία έως δύο ημέρες μέσα στις αλυκές. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια ξύλινων φτυαριών, φορτώνεται στο χαρακτηριστικό κάρο του Ανχιάλου, το οποίο διακρίνεται για τον μεγάλο μπροστινό του τροχό. Το αλάτι μεταφέρεται εκτός των αλυκών και αποθηκεύεται σε σωρούς σε σχήμα κώνου ή κολοβωμένης πυραμίδας, σαν αυτές που βλέπεις στο βάθος της φωτογραφίας.
Το υπόλοιπο νερό, που απομένει μετά την κρυστάλλωση, διοχετεύεται σε ειδική δεξαμενή, όπου η συγκέντρωσή του αυξάνεται περαιτέρω, οδηγώντας στην παραγωγή θεραπευτικής άλμης.
Αν και τα νομοθετικά κείμενα της εποχής σπάνια το αναφέρουν ρητά, είναι σαφές ότι η αλατοπαραγωγή αποτελεί τον βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Το αλάτι, πολύτιμο αγαθό για τη συντήρηση τροφίμων και τη διατροφή, βρίσκεται υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και μονοπώλιο. Οι αλυκές αποτελούσαν την καρδιά της καθημερινής ζωής, καθώς πολλοί κάτοικοι της Αγχιάλου και των γύρω χωριών εργάζονται στην παραγωγή του «λευκού χρυσού». Η φήμη του αλατιού της Αγχιάλου ξεπερνά κατά πολύ τα τοπικά όρια και φτάνει σε μακρινές περιοχές της Μαύρης Θάλασσας. Παράλληλα, σημαντικές ποσότητες αλατιού κατευθύνονται κάθε χρόνο προς θρησκευτικά ιδρύματα (βακούφια) και προς την Κωνσταντινούπολη.
Κι όμως, όσο μεγάλες κι αν φαίνονται αυτές οι ποσότητες, δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα μέρος της συνολικής παραγωγής. Οι αλυκές της Αγχιάλου αποδίδουν, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες, χιλιάδες τόνους αλατιού ετησίως, καθιστώντας την περιοχή έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς της εποχής. Η διάθεση του αλατιού της Αγχιάλου διοχετευόταν από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μέχρι το εσωτερικό των Βαλκανίων. Η διάθεση αυτού του πολύτιμου προϊόντος διοχετεύεται από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μέχρι το εσωτερικό των Βαλκανίων.
Δημοτικά Λουτρά, Πομόριε, 1935
Δημοτικά Λουτρά, Πομόριε, 1935
Εκτός από το αλάτι, η σκουρόχρωμη λιμνοθάλασσα του Πομόριε, φημίζεται μέχρι και σήμερα για τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Το σκούρο χρώμα της οφείλεται στην συγκέντρωση οξειδίων του σιδήρου, ενώ το επιμήκες σχήμα της σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες και την έντονη ηλιοφάνεια, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό μικροκλίμα. Ο πυθμένας της καλύπτεται από μαύρη λάσπη πλούσια σε ανόργανα στοιχεία και ιχνοστοιχεία, η οποία από την αρχαιότητα είναι γνωστή για τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Δεν είναι τυχαίο ότι η λίμνη αναφέρεται ως «ιερή» ήδη από τη βυζαντινή παράδοση. Παρόλο που οι ντόπιοι γνώριζαν εμπειρικά τις θεραπευτικές ιδιότητες της λάσπης, η συστηματική αξιοποίησή της ξεκινά στις αρχές του 20ού αιώνα. φέρνοντας στο προσκήνιο τη λασποθεραπεία. Το 1925 κατασκευάζονται οι πρώτες απλές εγκαταστάσεις λουτροθεραπείας, οι οποίες διέθεταν ξεχωριστούς χώρους για άνδρες και γυναίκες, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από την παραδοσιακή και εμπειρική χρήση της σε μια πιο οργανωμένη μορφή θεραπείας. Η αξιοποίηση της θεραπευτικής λάσπης του Πομόριε, επεκτείνεται γρήγορα και εκτός της περιοχής. Ήδη από τη δεκαετία του 1920 μεταφέρεται στη Σόφια για χρήση σε ιατρικά ιδρύματα. Το 1929 ιδρύεται η πρώτη κλειστή λουτροθεραπευτική μονάδα, ενώ το 1935 κατασκευάζεται και στρατιωτικό σανατόριο. Από το σημείο αυτό και έπειτα, η λασποθεραπεία οργανώνεται σε ετήσια βάση μετατρέποντας το Πομόριε σε σημαντικό θεραπευτικό και τουριστικό προορισμό.
Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισέρχεται σε περίοδο βαθιάς κρίσης. Η αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας οδηγεί σε γενικευμένη αποσταθεροποίηση και εσωτερικές αναταραχές, οι οποίες οδηγούν σε επιδρομές, λεηλασίες και συγκρούσεις μεταξύ ενόπλων ομάδων που δρουν ανεξέλεγκτα. Η Αγχίαλος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων εξαιτίας της οικονομικής της επιφάνειας από την αλατοπαραγωγή. Οι συνεχείς επιθέσεις και η ανασφάλεια διαμορφώνουν ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας για τους κατοίκους. Οι καταστροφές οικισμών, οι μετακινήσεις πληθυσμών και η απώλεια ζωών αρχίζουν να συνθέτουν μια εικόνα κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που επηρεάζει καθοριστικά τον πληθυσμό της περιοχής.
Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τις νέες οικονομικές ευκαιρίες που δημιουργούνται από τη ρωσική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή, οδηγεί σε έντονη κινητικότητα πληθυσμών από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας προς τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τις περιοχές του βόρειου Ευξείνου Πόντου. Πολλοί Αγχιαλίτες έμποροι και ναυτικοί εγκαθίσταντο σε σημαντικά εμπορικά κέντρα, όπως η Οδησσός και άλλα λιμάνια της νότιας Ρωσίας.
Το παρατεταμένο κλίμα αστάθειας κορυφώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, προκαλώντας μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Μεγάλο μέρος του χριστιανικού στοιχείου εγκαταλείπει την περιοχή, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής προς τον βορρά. Έτσι, ενώ οι περιγραφές για την Αγχίαλο του 1829 παρουσιάζουν ακόμη μια σχετικά ακμάζουσα πόλη, με πληθυσμό που υπολογίζεται μεταξύ 5.000 και 6.000 κατοίκων, ένα θρησκευτικό κέντρο με αρκετές εκκλησίες και λίγα μουσουλμανικά τεμένη, η εικόνα που καταγράφεται για την πόλη τον αμέσως επόμενο χρόνο είναι πολύ διαφορετική. Το 1830 καταγράφεται σημαντική μείωση τόσο του πληθυσμού όσο και των κατοικιών. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, η πόλη αριθμεί πλέον περίπου 441 σπίτια και λιγότερους από 3.000 κατοίκους, κάτι που αποδίδεται στις συνέπειες του πολέμου, στις μετακινήσεις πληθυσμών και στην εγκατάλειψη της περιοχής. Παρά την μεγάλη πληθυσμιακή συρρίκνωση, στην πόλη λειτουργούν οι βασικές υποδομές, όπως εκκλησίες, αποθήκες και αγορά, ενώ οι μαρτυρίες κάνουν λόγο και για ένα ενδιαφέρον υδροδοτικό σύστημα με υπόγειους αγωγούς και πηγάδια.
Εκτός όμως από τις αρνητικές επιπτώσεις που έχουν επιφέρει οι πόλεμοι και η αποσταθεροποίηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αυτήν την περίοδο διαμορφώνεται σταδιακά ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της πόλης και της αρχιτεκτονικής της. Μέσα από αυτήν γίνονται εμφανείς τόσο οι καθημερινές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και ο τρόπο που λειτουργούσε η οικονομία της, όσο και το κλίμα αβεβαιότητας που επικτρατούσε. Ο παραδοσιακός οικισμός των παλαιών σπιτιών του Πομόριε, που σήμερα μπορεί κανείς να τον βρει μόνο στο ανατολικό άκρο της πόλης δίπλα στη θάλασσα, αποτυπώνει με σαφήνεια αυτή τη σύνδεση.
Τα κτίρια, που χρονολογούνται κυρίως στον 19ο αιώνα, είναι διώροφα, με λίθινο ισόγειο και ξύλινη ανωδομή. Το ισόγειο, κατασκευασμένο από πέτρα και συχνά υπερυψωμένο, εξυπηρετεί λειτουργικές ανάγκες: αποθήκευση προϊόντων, οινοπαραγωγή και επεξεργασία αλιευμάτων. Οι μεγάλες θύρες επιτρέπουν την είσοδο κάρων, κάτι που δείχνει και τον παραγωγικό χαρακτήρα που είχε η κατοικία εκείνη την περίοδο. Ο επάνω όροφος, είναι προσβάσιμος μέσω μιας εξωτερικής ξύλινης σκάλας και οργανώνεται συνήθως γύρω από έναν κεντρικό χώρο που λειτουργεί σαν σαλόνι, με τα δωμάτια να αναπτύσσονται περιμετρικά. Η ξύλινη κατασκευή έχει οριζόντια τοποθετημένες σανίδες για να ανταποκρίνεται στις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, επιτρέποντας τον αερισμό και την προσαρμογή στην υγρασία.
Τώρα, όμως, τίθεται εύλογα το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα τόσο λίγα από αυτά τα χαρακτηριστικά σπίτια του Πομόριε; Η απάντηση συνδέεται άμεσα με τις ιστορικές εξελίξεις των ύστερων δεκαετιών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Η Αγχίαλος βίωσε με τον πιο έντονο τρόπο τις εθνικές αντιπαλότητες μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, οι οποίες έλαβαν διαστάσεις ενδοκοινοτικής σύγκρουσης, διαρρηγνύοντας τον κοινωνικό ιστό της πόλης. Οι εντάσεις αυτές, που υποβόσκουν ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, κορυφώνονται δραματικά το 1906, αφήνοντας πίσω τους εκτεταμένες καταστροφές. Ο Κωνσταντίν Ιρέτσεκ, που επισκέφθηκε την περιοχή στα μέσα της δεκαετίας του 1880, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι δύο κοινότητες ζούσαν αποξενωμένες και με αμοιβαία καχυποψία. Όταν η ελληνοβουλγαρική αντιπαλότητα πλέον έλαβε διαστάσεις ανταρτοπόλεμου στην Οθωμανική τότε Μακεδονία, αυτό επηρέασε καθοριστικά και τις ενδοκοινοτικές σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων στις βουλγαρικές παράκτιες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης και της Αγχίαλου.
Η ένταση οδήγησε το καλοκαίρι του 1906 σε ένοπλη σύγκρουση με ανθρώπινες απώλειες και εκτεταμένες καταστροφές στην πόλη οι οποίες προκλήθηκαν από μεγάλη πυρκαγιά. Οι υλικές ζημιές ήταν τεράστιες. Εκατοντάδες σπίτια καταστράφηκαν, μεταβάλλοντας ριζικά και την εικόνα της πόλης. Ωστόσο, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο υλικό επίπεδο. Σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού εγκατέλειψε την πόλη, μεταναστεύοντας προς την Ελλάδα, ιδρύοντας νέους οικισμούς, όπως η Νέα Αγχίαλος στη Θεσσαλία. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο βαθμό η περιορισμένη παρουσία του παλαιού οικιστικού αποθέματος. Τα παραδοσιακά σπίτια που σώζονται σήμερα αποτελούν αποσπασματικά κατάλοιπα μιας πόλης που κάποτε διέθετε πολύ ευρύτερη και συνεκτικότερη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία. Αργότερα, μετά το τέλος των πολέμων (Βαλκανικών και Α’ Παγκόσμιου) και της άφιξης Βουλγάρων προσφύγων που έφτασαν στη χώρα από τη Μακεδονία και τη Θράκη, ο οικιστικός χαρακτήρας της πόλης θα αλλάξει ακόμη περισσότερο.
Η πόλη επεκτείνεται χωρίς αυστηρό πολεοδομικό σχεδιασμό, καθώς οι ανάγκες στέγασης είναι άμεσες και πιεστικές. Στα περίχωρα δημιουργούνται νέοι οικισμοί με απλά, ισόγεια σπίτια προσφύγων. Στη βορειοανατολική πλευρά, κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, συγκροτείται οργανωμένος προσφυγικός συνοικισμός με περίπου 255 κατοικίες. Το καλοκαίρι του 1929 συντάχθηκε νέος πολεοδομικός σχεδιασμός, ο οποίος σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου εκτεταμένης ανοικοδόμησης. Κατασκευάστηκαν νέες κατοικίες, πολλές από τις οποίες σχεδιάστηκαν από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Τοσκάνι. Κάπως έτσι, το παραδοσιακό αρχιτεκτονικό ύφος της πόλης υποχώρησε, δίνοντας τη θέση του σε νεότερες ευρωπαϊκές τάσεις.
