Η Βάρνα είναι μία πόλη με αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία που εκτείνεται σε βάθος χιλιάδων ετών. Από την προϊστορία μέχρι σήμερα, η περιοχή της φέρει ίχνη οργανωμένης ζωής που επιτρέπουν στον επισκέπτη να «διαβάσει» την ιστορία της περιοχής σχεδόν σαν χρονολόγιο. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η Νεκρόπολη της Βάρνας, ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της Ευρώπης, όπου βρέθηκε ο αρχαιότερος επεξεργασμένος χρυσός στον κόσμο. Το εύρημα αυτό αποκαλύπτει έναν πολιτισμό με ανεπτυγμένη κοινωνική και τεχνολογική οργάνωση ήδη από την 5η χιλιετία π.Χ.
Πολύ πριν την άφιξη των Ελλήνων αποίκων, η περιοχή κατοικούνταν από θρακικά φύλα. Τον 6ο αιώνα π.Χ., ιδρύθηκε η πόλη της Οδησσού από αποίκους της Μιλήτου, πάνω σε προϋπάρχοντα οικισμό. Με το πέρασμα των αιώνων, η πόλη εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο, γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθηση κατά την ελληνιστική περίοδο και αργότερα ως μέρος της Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, η πόλη απέκτησε εντυπωσιακές υποδομές, όπως τα μεγάλα δημόσια λουτρά που είναι από τα μεγαλύτερα που υπάρχουν στην Ευρώπη, ενώ παρέμεινε σημαντικός λιμένας της Μαύρης Θάλασσας. Στο κέντρο της Βάρνας, μέσα στον χώρο όπου εκτεινόταν η αρχαία Οδησσός, σώζονται τα Ρωμαϊκά Λουτρά, ένα από τα πιο εκτεταμένα αρχαιολογικά σύνολα της πόλης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο δημόσιο κτίριο της αρχαιότητας που έχει εντοπιστεί στη Βουλγαρία, και από τα λίγα που επιτρέπουν ακόμη μια αρκετά καθαρή εικόνα για το πώς λειτουργούσε ένας τέτοιος χώρος.
Όταν η Βάρνα περνά πλέον σε οθωμανική κυριαρχία στα τέλη του 14ου αιώνα, η πόλη έχει ήδη γνωρίσει περιόδους ακμής και παρακμής. Ως οθωμανική πλέον πόλη, τοποθετείται σε ένα ευρύτερο δίκτυο που εκτείνεται από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Το λιμάνι της αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως κόμβος μεταφοράς αγαθών, κυρίως σιτηρών προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Σταδιακά, η Βάρνα εξελίσσεται σε ένα ενεργό εμπορικό κέντρο, ενώ η παρουσία στρατιωτικών σωμάτων, όπως οι ακιντζήδες, δείχνει ότι η περιοχή διατηρεί και στρατηγικό χαρακτήρα. Ο 15ος αιώνας σφραγίζεται από ένα γεγονός που θα μείνει στη μνήμη της ευρωπαϊκής ιστορίας: τη Μάχη της Βάρνας. Η σύγκρουση ανάμεσα στους Οθωμανούς και τις σταυροφορικές δυνάμεις καταλήγει σε οθωμανική νίκη και επιβεβαιώνει τη θέση της πόλης μέσα στο νέο γεωπολιτικό τοπίο.
Αλλά ούτε και οι επόμενοι αιώνες είναι ήσυχοι. Στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα, η Βάρνα επηρεάζεται από τις συγκρούσεις που απλώνονται σε όλη την περιοχή. Το 1595, οι εκστρατείες του ηγεμόνα της Βλαχίας προκαλούν σημαντικές καταστροφές, ενώ τον 17ο αιώνα οι επιδρομές των Κοζάκων αφήνουν επανειλημμένα το αποτύπωμά τους στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή. Παρά τις εξελίξεις αυτές, η Βάρνα συνέχισε να διατηρεί τον ρόλο της ως λιμάνι και τοπικό κέντρο. Ωστόσο, ο 19ος αιώνας είναι αυτός που φέρνει την πόλη στο προσκήνιο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828–1829, η Βάρνα πολιορκείται και καταλαμβάνεται από ρωσικά στρατεύματα, ωστόσο μετά τη Συνθήκη της Αδριανούπολης, επιστρέφει στην οθωμανική κυριαρχία. Λίγες δεκαετίες αργότερα, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853–1856), η πόλη αποκτά στρατηγική σημασία και χρησιμοποιείται ως βάση από τις δυνάμεις της Αγγλίας και της Γαλλίας.
Η Βάρνα του 19ου αιώνα παραμένει μια οθωμανική πόλη, αλλά ταυτόχρονα γίνεται και χώρος επαφής διαφορετικών κόσμων. Εμπορικές δραστηριότητες, στρατιωτικές παρουσίες και ευρωπαϊκές επιρροές θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση της πόλης στη νεότερη εποχή. Την ίδια περίοδο, η εικόνα της πόλης αποτυπώνεται και μέσα από τις περιγραφές του Charles Dickens, ο οποίος την επισκέπτεται το 1853. Στα γραπτά του η Βάρνα παρουσιάζεται ως μια πόλη με έντονη εμπορική δραστηριότητα και διεθνή παρουσία, την οποία χαρακτηρίζει ως «θαλάσσια πρωτεύουσα», σε αντιστοιχία με το Ρούσε στον Δούναβη. Περιγράφει μια πόλη με περισσότερα από 3.000 σπίτια, πολλά από τα οποία βρίσκονται σε φάση κατασκευής, κάτι που δείχνει μια περίοδο ανάπτυξης. Ταυτόχρονα όμως, παρατηρεί και τις αντιθέσεις της: στενοί και ακανόνιστοι δρόμοι, δύσκολες συνθήκες υγιεινής, αλλά και μια ζωντανή αγορά με έντονη εμπορική κίνηση. Κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα, η Βάρνα αποκτά μια πιο σύγχρονη όψη, η οποία αντανακλάται στην αρχιτεκτονική της. Ο αριθμός των πέτρινων κατοικιών αυξάνεται, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο πυρκαγιών, ενώ παράλληλα ανεγείρονται μεγάλα εμπορικά και δημόσια κτίρια, νοσοκομεία και σχολεία. Ωστόσο, οι σύγχρονοι παρατηρητές δεν συμφωνούν ως προς τον βαθμό εκσυγχρονισμού της πόλης, ακόμη και ως προς την εξωτερική της εικόνα.
Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, οι δρόμοι της Βάρνας ήταν βρώμικοι, λασπώδεις και δύσβατοι, ενώ έλειπαν οι φαρδιές λεωφόροι. Άλλοι, αντίθετα, υποστήριζαν ότι οι δρόμοι της ήταν «πιο καθαροί από εκείνους της Κωνσταντινούπολης», όπως αναφέρει ο Camille Allard το 1855.
Οι περισσότερες μαρτυρίες εστιάζουν στην κυριαρχία των ξύλινων κατασκευών, ωστόσο πιο ενημερωμένοι παρατηρητές επισημαίνουν τη σταδιακή αλλαγή της αρχιτεκτονικής με την αύξηση των συμπαγών, λιθόκτιστων κατοικιών.
Ο Ιωάννης Νικολάου, γεννημένος στη Βάρνα, δάσκαλος και ιστορικός της πόλης, σημειώνει στα απομνημονεύματά του ότι τα τζάμια στα παράθυρα των σπιτιών των εύπορων οικογενειών εμφανίζονται γύρω στο 1840–1845, ενώ στα φτωχότερα σπίτια τα παράθυρα καλύπτονταν με επεξεργασμένη κοιλιά βοδιού
Το πώς έφτασε η Βάρνα να πάρει τη μορφή που έχει σήμερα είναι μια διεργασία που διήρκησε πολλά χρόνια, όπου στενοί δρόμοι άρχισαν να μετατρέπονται σε πλατιές λεωφόρους, δημιουργήθηκαν πλατείες και χτίστηκαν μεγάλα και επιβλητικά κτίρια.
Την περίοδο που η Βάρνα έγινε μέρος του βουλγαρικού εθνικού κορμού το 1878, διατηρούσε έντονο ανατολικό χαρακτήρα: στενά και καμπυλωτά δρομάκια, ξύλινα σπίτια με ψηλά πέτρινα ισόγεια, τζαμιά, οχυρωματικά τείχη και κάποια αξιόλογα δημόσια κτίρια. Παράλληλα, η πόλη είχε έντονα πολυεθνικό χαρακτήρα, με κοινότητες που αποτελούνταν από Τούρκους, Έλληνες, Βούλγαρους, Αρμένιους και Εβραίους.
Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει ριζικά ούσα πλέον βουλγαρική πόλη. Οι παλιές οχυρώσεις κατεδαφίστηκαν, τα τζαμιά και οι στρατώνες έδωσαν τη θέση τους σε νέα κτίρια, και σταδιακά άρχισε να διαμορφώνεται ένα πιο δυτικό αστικό τοπίο. Ταυτόχρονα, η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε δημιούργησε μια νέα, εύπορη αστική τάξη. Αυτή η κοινωνική ομάδα αναζήτησε τρόπους να εκφράσει το κύρος και την ταυτότητά της μέσα από τον χώρο. Έτσι ξεκίνησε η συστηματική οικοδόμηση εντυπωσιακών ιδιωτικών κατοικιών αλλά και μεγάλων δημόσιων κτιρίων, που σταδιακά άλλαξαν την όψη της πόλης.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η ανάπτυξη αυτή απέκτησε πλέον οργανωμένο χαρακτήρα. Οι παλιοί, ακανόνιστοι δρόμοι άρχισαν να ευθυγραμμίζονται και να διευρύνονται, δημιουργώντας βασικούς άξονες κυκλοφορίας. Στη θέση των παλιών στρατώνων και των αδόμητων εκτάσεων χαράχθηκαν νέες οδοί και λεωφόροι, όπως οι κεντρικές αρτηρίες που συνδέουν μέχρι σήμερα τα σημαντικότερα σημεία της πόλης. Παράλληλα, διαμορφώθηκαν πλατείες που λειτουργούσαν ως κόμβοι κοινωνικής και διοικητικής ζωής, όπως η πλατεία Ανεξαρτησίας, η οποία εξελίχθηκε σε κεντρικό σημείο αναφοράς. Η πολεοδομική αυτή αναδιάρθρωση συνοδεύτηκε από έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Στη Βάρνα εργάστηκαν τόσο ξένοι αρχιτέκτονες και μηχανικοί όσο και Βούλγαροι που είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη, μεταφέροντας νέες ιδέες και αισθητικά πρότυπα. Έτσι ανεγέρθηκαν εμβληματικά κτίρια που εξακολουθούν να καθορίζουν την ταυτότητα της πόλης: ο καθεδρικός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το Οικονομικό Ινστιτούτο (σημερινό πανεπιστήμιο), το Ενυδρείο, ο σιδηροδρομικός σταθμός, το τελωνείο και το Κρατικό Θέατρο. Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκαν χώροι πρασίνου όπως ο Θαλάσσιος Κήπος, που ενίσχυσαν την ποιότητα ζωής και την αισθητική του αστικού περιβάλλοντος.
Το κτίριο του Ναυτικού Ομίλου, γνωστό και ως Λέσχη Αξιωματικών, ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1897. Στο ισόγειο στεγάζονταν διοικητικές υπηρεσίες, τραπεζαρία αξιωματικών, φαρμακείο, ζαχαροπλαστείο και καταστήματα, ενώ στους επάνω ορόφους υπήρχαν βιβλιοθήκη, αίθουσες χορού και φιλοξενίας. Το κτίριο εγκαινιάστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1899, με τον πρώτο μεγάλο πρωτοχρονιάτικο χορό των αξιωματικών.
Σύντομα, οι χοροί αυτοί έγιναν θεσμός. Η τοπική ελίτ συγκεντρωνόταν στη μεγάλη αίθουσα, καταφθάνοντας με άμαξες και φορώντας ενδύματα ραμμένα σε ευρωπαϊκά κέντρα όπως η Βιέννη, το Παρίσι και το Βουκουρέστι.
Η εξέλιξη της Βάρνα προς μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη αποτυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στη διαμόρφωση των βασικών της οδικών αξόνων. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς είναι ο σημερινός άξονας που περιλαμβάνει τη λεωφόρο «Μαρία Λουίζα» και την οδό «Πιρότσκα», όπου προηγουμένως υπήρχαν οι οθωμανικοί στρατώνες. Γύρω στο 1900, η οδός «Πιρότσκα» εκτεινόταν από την περιοχή της παλιάς αγοράς έως τη σημερινή λεωφόρο «Σλίβνιτσα», αποτελώντας έναν από τους πρώτους οργανωμένους αστικούς άξονες.
Ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, ο δρόμος αυτός αρχίζει να αποκτά ζωντάνια με το κτίριο του Ναυτικού Ομίλου να μονοπωλεί την προσοχή.
Κατά μήκος του δρόμου αυτού αναπτύχθηκαν επίσης σημαντικές κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Εδώ στεγάζονταν σύλλογοι, όπως αυτοί των ποδοσφαιρικών ομάδων της πόλης, διοικητικές υπηρεσίες, εργαστήρια και εφημερίδες.
Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, η οδός είχε ήδη μετατραπεί σε έναν χώρο όπου κυριαρχούσε ο νεοκλασικισμός, με νέα κτίρια παρόμοιας μορφολογίας να κατασκευάζονται το ένα δίπλα στο άλλο. Πολλά από αυτά υπάρχουν ακόμη και σήμερα, σε αρκετά καλή κατάσταση, και συνεχίζουν να διακοσμούν την πολυσύχναστη πλέον λεωοφόρο. Δεξιά του Ναυτικού Ομίλου, όπως φαίνεται στο βίντεο, κατασκευάστηκε η κατοικία του φαρμακοποιού Γκρόζεφ σχεδιασμένη από τον, γνωστό για τους κατοίκους της Βάρνας, αρχιτέκτονα Ντάμπκο Ντάμπκοβ, με έντονα διακοσμητικά στοιχεία.
Ωστόσο, η πολεοδομία του συγκεκριμένου σημείου της πόλης, φαίνεται ότι επηρεάστηκε καθοριστικά από την ανέγερση του καθεδρικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος βρίσκεται στην απέναντι πλευρά από τον Ναυτικό Όμιλο. Γύρω του αναπτύχθηκαν δρόμοι, πλατείες και δημόσια κτίρια. Τον θεμέλιο λίθο έθεσε ο πρίγκιπας Alexander Battenberg, ο οποίος επισκέφθηκε τη Βάρνα τον Αύγουστο του 1880. Η επίσημη τελετή πραγματοποιήθηκε στις 22 Αυγούστου. Σε μια συμβολική πράξη επιείκειας, ο πρίγκιπας έδωσε χάρη σε κρατούμενους που βρίσκονταν κοντά στην ολοκλήρωση της ποινής τους, προσδίδοντας ιδιαίτερο χαρακτήρα στην ημέρα. Η επιλογή της τοποθεσίας της ανέγερσης του ναού δεν έγινε τυχαία. Αν και αρχικά είχε προταθεί ένα σημείο κοντά στο διοικητικό κέντρο της πόλης, ο ίδιος ο πρίγκιπας επέλεξε μια εκτεταμένη, υπερυψωμένη περιοχή στα τότε όρια της πόλης. Από εκεί, ο ναός θα δέσποζε οπτικά πάνω από τη Βάρνα, με θέα προς το λιμάνι, τη σιδηροδρομική γραμμή και τη Μαύρη Θάλασσα.
Η κατασκευή του ναού διήρκησε περίπου έξι χρόνια. Το 1886 τελέστηκε η πρώτη θεία λειτουργία, ενώ τα επόμενα χρόνια συνεχίστηκαν οι εργασίες για την ολοκλήρωση του εσωτερικού διάκοσμου. Ο αρχιερατικός θρόνος και το τέμπλο κατασκευάστηκαν από διακεκριμένους τεχνίτες, ενισχύοντας τη μνημειακή και καλλιτεχνική αξία του ναού.
Αντί να ανεγερθεί ξεχωριστό κωδωνοστάσιο, επιλέχθηκε η ανύψωση του τρούλου, ώστε ο ήχος της καμπάνας να φτάνει σε όλη την πόλη. Αργότερα, μεταξύ 1941 και 1943, η καμπαναριά ολοκληρώθηκε στη σημερινή της μορφή, φτάνοντας τα 38 μέτρα ύψος. Σήμερα, ο καθεδρικός ναός Καθεδρικός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου δεσπόζει στο κέντρο της Βάρνας και αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπόσημά της.
Για να καταλάβει κανείς πόσο ανεπτυγμένη είναι μια κοινωνία όχι μόνο οικονομικά αλλά και πνευματικά, τότε δεν σίγουρα δεν αρκεί να κοιτάξει μόνο τα μεγάλα της έργα και τις επιβλητικές λεωφόρους, αλλά να παρατηρήσει και την προσοχή που δίνει στη μόρφωση, την εκπαίδευση και τις κοινωφελείς δράσεις με σκοπό το κοινωνικό καλό. Στη Βάρνα των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, αυτή η τάση αποτυπώνεται σε δύο χαρακτηριστικά κτίρια που βρίσκονται αντικριστά, πάνω στη “Μαρία Λουίζα” και δίπλα από τον καθεδρικό ναό.
Από τη μία πλευρά, απέναντι του καθεδρικού ναού, βρίσκεται το κτίριο του γυμναστικού συλλόγου «Γιουνάκ» (Γενναίος), χτισμένο το 1911. Η ανέγερσή του πραγματοποιήθηκε χάρη σε δωρεές και στην ενεργή συμμετοχή των μελών του συλλόγου. Αν και προοριζόταν κυρίως για γυμναστικές δραστηριότητες, ο χώρος χρησιμοποιήθηκε και για πολιτιστικές εκδηλώσεις, αποκτώντας ευρύτερο κοινωνικό ρόλο. Αρχιτεκτονικά, το κτίριο διατηρεί μεν μια απλότητα που θυμίζει τη βουλγαρική αναγεννησιακή παράδοση, με έντονες στέγες και λιτή μορφή, από την άλλη δε, είναι το μοναδικό κτίριο τέτοιας αρχιτεκτονικής στη Βάρνα.
Απέναντί του, βρίσκεται το κτίριο του Γυναικείου Επαγγελματικού Πρακτικού Σχολείου «Εργατικότητα», που εγκαινιάστηκε το 1900. Η δημιουργία του συνδέεται με τη δράση του φιλανθρωπικού συλλόγου «Μάικα», ο οποίος είχε ως στόχο να στηρίξει φτωχές χήρες, ορφανά και νεαρές κοπέλες από οικονομικά ασθενείς οικογένειες, προσφέροντάς τους εκπαίδευση και προοπτικές. Το κτίριο, αρχικά μονώροφο, επεκτάθηκε σταδιακά με την προσθήκη δεύτερου ορόφου και νέων αιθουσών, ανταποκρινόμενο στις αυξανόμενες ανάγκες της πόλης.
Εκτός από τα δύο κτίρια παραπάνω που αναδεικνύουν τη σημασία της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προσφοράς στη Βάρνα, κάνοντας κάποιος ένα σύντομο περίπατο στο ευρύτερο κέντρο της πόλης, σίγουρα θα συναντήσει κάποιο από τα εντυπωσιακά κτίρια που χτίστηκαν για να εξυπηρετήσουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των κατοίκων στα τέλη του 19ου αιώνα. Ένα από αυτά είναι το παλιό Παρθεναγωγείο. Η ανέγερση του κτιρίου ξεκίνησε ήδη από το 1893 και ολοκληρώθηκε το 1900. Ωστόσο, το κτίριο ήταν ήδη πλήρως εξοπλισμένο και λειτουργικό για το σχολικό έτος 1898–1899. Χτίστηκε στη θέση που βρίσκονταν κατά την οθωμανική κυριαρχία οι παλαιοί οθωμανικοί στρατώνες. Στην υλοποίησή του συμμετείχαν σημαντικοί επαγγελματίες της εποχής, γεγονός που αποτυπώνει και τη σημασία που δόθηκε στο έργο.
Το κτίριο εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα με τη συμμετρική του διάταξη, ενώ η είσοδός του τονίζεται με ημικυκλικά τόξα. Η αρχιτεκτονική του ακολουθεί το ύφος της ιταλικής αναγέννησης, με έντονες νεοαναγεννησιακές επιρροές. Οι αρμονικές αναλογίες, σε συνδυασμό με τον ευρύχωρο και δενδροφυτεμένο περίβολο, δημιουργούν την εντύπωση ότι κοιτάζεις ένα παλάτι.
Η ποιότητα της κατασκευής και ο έντονα αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του κτιρίου το καθιστούν ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της πρώιμης βουλγαρικής αρχιτεκτονικής. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι και σήμερα θεωρείται ένα από τα ομορφότερα κτίρια της πόλης. Από το 1983 στο κτίριο στεγάζεται το Αρχαιολογικό Μουσείο.
Λίγα χρόνια πριν την ίδρυση του Παρθεναγωγείου ιδρύεται και το γυμνάσιο αρρένων, το οποίο με πριγκιπικό διάταγμα της 3ης Σεπτεμβρίου 1879 αναγνωρίζεται ως κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Το ίδιο το κτίριο, αν και λιγότερο τεκμηριωμένο ως προς την κατασκευή του, εγκαινιάστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1885. Οικοδομήθηκε από τον Gencho Kanchev, ο οποίος την ίδια περίοδο εργαζόταν και στην κατασκευή του καθεδρικού ναού της πόλης. Το κτίριο τοποθετήθηκε στο ανατολικό άκρο της τότε πόλης, ακολουθώντας τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές σχολικών συγκροτημάτων της εποχής. Πρόκειται για διώροφη κατασκευή με συμμετρική διάταξη, κεντρική είσοδο και εσωτερική οργάνωση γύρω από έναν κύριο άξονα με κεντρική σκάλα. Οι αίθουσες διδασκαλίας αναπτύσσονται γραμμικά, ενώ οι βοηθητικοί χώροι παραμένουν περιορισμένοι.
Αρχιτεκτονικά, το κτίριο φέρει έντονα χαρακτηριστικά νεογοτθικού ρυθμού, ενός στυλ ιδιαίτερα διαδεδομένου στην Ευρώπη εκείνη την περίοδο. Η μορφή του, με τα τονισμένα πλευρικά τμήματα και τη μνημειακή σύνθεση, ήταν ξένη προς τις τοπικές παραδόσεις, αντανακλώντας όμως την επιρροή των ξένων αρχιτεκτόνων που συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό της πόλης. Ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του κτιρίου είναι η χρήση κόκκινου τούβλου στο εξωτερικό του. Σχετικά με αυτό, επειδή η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη δες το σχετικό βίντεο. Από το 1989, το κτίριο φιλοξενεί την Πινακοθήκη της Βάρνας.
Η ανάπτυξη της εκπαίδευσης και της οικονομίας στη Βάρνα στις αρχές του 20ού αιώνα αποτυπώνεται και στην ίδρυση ενός από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης: του σημερινού Οικονομικού Πανεπιστημίου Βάρνας. Στις 18 Νοεμβρίου 1911, παρουσία του τσάρου Φερδινάνδου, τίθεται ο θεμέλιος λίθος του κτιρίου που προοριζόταν να στεγάσει την Εμπορική Σχολή της πόλης. Στόχος του ιδρύματος ήταν να προσφέρει εμπορική εκπαίδευση σε νέους που θα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του εμπορίου και της οικονομίας της χώρας. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε μια κατασκευή σε σχήμα «Π», με τις αίθουσες διδασκαλίας να αναπτύσσονται περιμετρικά γύρω από έναν διάδρομο. Ωστόσο, η ανέγερση του κτιρίου συνάντησε σημαντικές δυσκολίες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, όταν οι εργασίες σχεδόν σταμάτησαν. Τελικά, το έργο ολοκληρώθηκε το 1924, με την προσθήκη και τρίτου ορόφου, ενώ τα επόμενα χρόνια πραγματοποιήθηκαν επεκτάσεις και τροποποιήσεις για να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες. Αρχιτεκτονικά, πρόκειται για ένα εντυπωσιακό δείγμα γαλλικού νεοαναγεννησιακού ρυθμού με μπαρόκ στοιχεία. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν και τα γλυπτά του Βαρνιώτη δημιουργού Κίριλ Σιβάροφ, τα οποία κοσμούν την είσοδο και συμβολίζουν το εμπόριο, τη ναυσιπλοΐα και την οικονομική πρόοδο.
Την ίδια περίοδο αρχίζει να γίνεται πιο έντονη η ιδέα για την κατασκευή ενός σιδηροδρομικού δικτύου στα βουλγαρικά εδάφη. Στην εφημερίδα της οθωμανικής πρωτεύουσας «Tsarigradski Vestnik» της 1ης Δεκεμβρίου 1856 σημειώνεται: «Η Υψηλή Πύλη ανακοινώνει στους κεφαλαιούχους ότι επιθυμεί την κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία θα ξεκινά από τη Βάρνα, θα περνά από το Σούμεν και θα καταλήγει στο Ρούστσουκ, καθώς η διαδρομή αυτή θα μειώσει την απόσταση από την Κωνσταντινούπολη έως τη Βιέννη κατά περίπου εκατό ώρες». Η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής θα ξεκινήσει λίγα χρόνια αργότερα, το 1864, ακολουθώντας τα σχέδια του μηχανικού Χένρι Μπάρκλεϊ, ενός εκ των αδερφών «Μπάρκλεϊ», ο οποίος εξασφάλισε την παραχώρηση για την υλοποίησή της. Η σιδηροδρομική γραμμή εγκαινιάζεται λίγο αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου 1866. Διέθετε 500 εμπορικά βαγόνια, 30 ατμομηχανές και 40 επιβατικά βαγόνια τριών διαφορετικών κατηγοριών, με τα τρένα να έχουν την δυνατότητα να αναπτύξουν ταχύτητα 38 χιλιομέτρων την ώρα. Η γραμμή περιήλθε αργότερα στην ιδιοκτησία του αυστριακού βαρόνου Χιρς, ενώ το 1888 εξαγοράστηκε από το βουλγαρικό κράτος έναντι 53 εκατομμυρίων λέβα, λειτουργώντας πλήρως υπό βουλγαρική διαχείριση.
Ενώ η Βάρνα διέθετε σιδηροδρομική σύνδεση ήδη από το 1866, κάνοντάς την μια από τις πρώτες πόλεις που βρέθηκαν στο επίκεντρο του σιδηροδρομικού εγχειρήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο επιβλητικός σιδηροδρομικός σταθμός κατασκευάστηκε πολύ αργότερα αντικαθιστώντας τον αρχικό. Η κατασκευή του ξεκινάει το 1907 και ολοκληρώνεται επίσημα το 1925, ενώ επιλέχθηκε το κτίριο να έχει σχήμα «Γ», με την πρόβλεψη ότι στο μέλλον θα μπορούσε να επεκταθεί ώστε να αποκτήσει σχήμα «Π». Το κτίριο σχεδιάζεται έτσι ώστε η μεγαλύτερη βόρεια πρόσοψη με την κύρια είσοδο να βλέπει προς την πόλη, ενώ η μικρότερη ανατολική προς την πλατεία μπροστά από το λιμάνι, όπου αργότερα ανεγέρθηκε το τελωνείο.
Εκτός από την επιβλητική του όψη, ο σιδηροδρομικός σταθμός διέθετε και πολλούς βοηθητικούς χώρους. Λειτουργούσε φαρμακευτικό τμήμα που περιλάμβανε εργαστήριο, φαρμακείο, χώρο επιδέσεων, ιατρείο, αίθουσα αναμονής και εφεδρικό δωμάτιο· ταχυδρομείο και τηλεγραφείο. Στο άκρο της βόρειας πτέρυγας κατασκευάστηκε ειδική αίθουσα αναμονής και σαλόνι για τον βασιλιά. Στον επάνω όροφο στεγάζονταν τα γραφεία και η κατοικία για τον τομεάρχη μηχανικό καθώς και αρκετά εφεδρικά δωμάτια. Τα θεμέλια του κτιρίου είναι από σκυρόδεμα ενισχυμένο με παλιές σιδηροτροχιές. Η εξωτερική επένδυση είναι από πέτρα του Σούμεν, ενώ τα τούβλα είναι χειροποίητα. Η στέγη, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, έχει ξύλινη κατασκευή και καλύπτεται με κεραμίδια τύπου Μασσαλίας και ψευδάργυρο, επικαλυμμένο με χαλκό.
Δίπλα από τον σιδηροδρομικό σταθμό (1907-1925) βρίσκεται το τελωνείο, το οποίο ξεκίνησε επίσης να κατασκευάζεται την ίδιο περίοδο.
Η κατασκευή του κτιρίου αρχίζει το 1908, κατόπιν παραγγελίας του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Βάρνας. Διάφορες δυσκολίες και καθυστερήσεις επιβραδύνουν την πρόοδο των εργασιών, με αποτέλεσμα το κτίριο να ολοκληρωθεί τελικά το 1919.
Το κτίριο είναι διώροφο, με τετραγωνική κάτοψη και ισοδύναμες όψεις και έχει τέσσερις χαμηλούς τρούλους στις γωνίες.
Η κεντρική είσοδος πλαισιώνεται από δύο κυκλικούς κίονες, ενώ από πάνω της υπάρχει αέτωμα όπου αναγράφεται το όνομα του κτιρίου. Τα παράθυρα φέρουν λίθινα διακοσμητικά στοιχεία, ενώ ορισμένα στοιχεία είναι επενδεδυμένα με πορσελάνη.
Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του κτιρίου είναι νεοαναγεννησιακός, παρόμοιος με εκείνον του σιδηροδρομικού σταθμού.
