Plovdiv

Για να προσεγγίσει κανείς το Πλόβντιβ και την ιστορία του, πρέπει καταρχάς να ξεκινήσει από την βασική παραδοχή ότι η πόλη είναι ένα μουσείο από μόνη της. Η ιστορία της δεν είναι συγκεντρωμένη σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία ή σε ένα μουσείο όπου ο επισκέπτης μπορεί να μάθει για το παρελθόν της. Μπορείς να γνωρίσεις την ιστορία του Πλόβντιβ σε οποιοδήποτε σημείο βρεθείς. Στον δρόμο που περπατάς, στα κτίρια που προσπερνάς, ακόμη και κάτω από τα πόδια σου. Ρωμαϊκά κατάλοιπα εμφανίζονται μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό, άλλοτε εντυπωσιακά και πολύ καλά διατηρημένα και άλλοτε αποσπασματικά, αρκετά όμως ώστε να υπενθυμίζουν τη μακρά ιστορία της πόλης. Οθωμανικά μνημεία συνυπάρχουν με μεταγενέστερες κατασκευές, ενώ η περιοχή που βρίσκεται η Παλιά Πόλη αποτελεί από μόνη της ένα ζωντανό μουσείο. Ανάμεσα στα λιθόστρωτα δρομάκια και στα χαρακτηριστικά σπίτια της βουλγαρικής Αναγέννησης, ο επισκέπτης συναντά κτίρια που έχουν διατηρηθεί και λειτουργούν ως μουσεία και πολιτιστικοί χώροι, φιλοξενώντας διαφορετικές πτυχές της ιστορίας της πόλης. Τα χαρακτηριστικά αναγεννησιακά σπίτια του Πλόβντιβ, με τους κλειστούς εσωτερικούς χώρους, τα ξύλινα στοιχεία και τις διακοσμημένες προσόψεις, αποτελούν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της εικόνας της πόλης. Με άλλα λόγια, το Πλόβντιβ δεν είναι μια πόλη που χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Για όσους δεν είχαν μέχρι τότε την ευκαιρία να τη γνωρίσουν, η Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα του 2019 αποτέλεσε μια ευκαιρία να αναδειχθεί ακόμη περισσότερο η ιστορική και πολιτιστική της κληρονομιά.

Η πόλη έχει διαμορφώσει, σε μεγάλο βαθμό, τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να παρουσιάζει το παρελθόν της στους επισκέπτες της αλλά και στις επόμενες γενιές των κατοίκων της. Τι μπορεί λοιπόν να προσθέσει μια ακόμη ιστορική αφήγηση για το Πλόβντιβ; Η απάντηση δεν είναι απαραίτητα να αναζητήσουμε μια άγνωστη ιστορία ή μια πληροφορία που δεν έχει παρουσιαστεί ξανά. Άλλωστε, σε αντίθεση με άλλες πόλεις που μελετήσαμε, μικρότερες και περισσότερο περιφερειακές, των οποίων η ιστορία είναι λιγότερο γνωστή, το Πλόβντιβ διαθέτει ήδη ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο δίκτυο μουσείων και πολιτιστικών χώρων, περισσότερα από είκοσι, αλλά και μια σειρά από walking tours και άλλες δράσεις που προσεγγίζουν διαφορετικές πλευρές της ιστορίας του, μεταξύ άλλων και το οθωμανικό και το σοσιαλιστικό παρελθόν της πόλης.

Η πρόκληση στη περίπτωση του Πλόβντιβ δεν είναι να διηγηθούμε απλά την ιστορία του, αλλά να αναζητήσουμε και ένα διαφορετικό τρόπο αφήγησης. Για παράδειγμα, να αλλάξουμε το σημείο εκκίνησης, ή να δημιουργήσουμε περισσότερα από ένα. Αν κάποιος επισκεφθεί για πρώτη φορά το Πλόβντιβ, είναι σχεδόν δεδομένο ότι θα κινηθεί κυρίως στις περιοχές όπου βρίσκονται ορισμένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της πόλης. Θα συναντήσει τα ρωμαϊκά κατάλοιπα στο κέντρο, θα σταθεί στο Αρχαίο Θέατρο, θα περπατήσει στην Παλιά Πόλη, θα περάσει από την πλατεία Τζουμαγιά και θα κινηθεί κατά μήκος της κεντρικής οδού της πόλης.

Εμείς προτείνουμε το ξεκίνημα να γίνει από τους λόφους του Πλόβντιβ, από εκεί όπου μπορείς να δεις την πόλη πανοραμικά. Η γεωγραφία του Πλόβντιβ προσφέρει έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης της πόλης, καθώς όταν την βλέπεις από ψηλά δεν βλέπεις πλέον την πόλη σαν μια σειρά από μεμονωμένα μνημεία, αλλά ως ένα ενιαίο αστικό χώρο, στον οποίο οι διαφορετικές ιστορικές περίοδοι αφήνουν διαφορετικά ίχνη στην μορφολογία της πόλης. Με αυτή τη λογική, θα βρεθούμε σε τρεις διαφορετικούς λόφους και από κάθε έναν θα επιχειρήσουμε να κοιτάξουμε την πόλη από μια διαφορετική οπτική και να τοποθετήσουμε την ιστορία της σε διαφορετικές θεματικές, διατηρώντας ωστόσο τη χρονολογική ακολουθία. Αυτή τη φορά, όμως, θα προσπαθήσουμε να προσθέσουμε και μια γεωγραφική ακολουθία. Αυτό που θα προσπαθήσουμε να κάνουμε ουσιαστικά είναι να πάρουμε, συγκεκριμένα σημεία της πόλης και να τα τοποθετήσουμε σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο για να καταλάβουμε την εξέλιξη της πόλης. 

Βρισκόμαστε στο Νεμπέτ Τεπέ, έναν από τους λόφους του Πλόβντιβ. Στο Νεμπέτ Τεπέ βρίσκονται τα κατάλοιπα του αρχαιότερου οικισμού του Πλόβντιβ και εδώ εντοπίζεται η πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία οργανωμένης ανθρώπινης εγκατάστασης στην περιοχή. Αλλά πριν μιλήσουμε για αυτό, πρέπει να αναφέρουμε πρώτα μερικά πράγματα για την γεωμορφολογία του Πλόβντιβ και τους λόφους του. Άλλωστε αυτοί είναι το πρώτο πράγμα που μπορεί να διακρίνει κανείς όταν κοιτάζει στον ορίζοντα της πόλης.

Το Πλόβντιβ βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της εύφορης Θρακικής πεδιάδας, σε μια θέση που από μόνη της ευνοούσε την ανάπτυξη μιας πόλης. Ο ποταμός Μαρίτσα διασχίζει την περιοχή και χωρίζει τον σημερινό αστικό ιστό σε δύο πλευρές. Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης αναπτύχθηκε στη δεξιά όχθη, γύρω από μια ιδιαίτερη ομάδα βραχωδών λόφων. Οι λόφοι αυτοί, επτά στο σύνολό τους, είχαν και διαφορετικές χρησιμότητες ανά περιόδους. Έγιναν τόποι εγκατάστασης, σημεία παρατήρησης, χώροι άμυνας, σημεία αναφοράς για τους κατοίκους και, αργότερα, πηγές οικοδομικού υλικού για την ίδια την πόλη.

Η εικόνα του Πλόβντιβ συνδέεται παραδοσιακά με τους επτά λόφους, τα γνωστά “тепета”Σήμερα, δεν είναι καθόλου εύκολο να αντιληφθεί κανείς και τους επτά. Κάποιοι εξακολουθούν να δεσπόζουν στον αστικό ορίζοντα, ενώ άλλοι έχουν αλλάξει σημαντικά ή έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Οι τρεις από αυτούς, ο Τζαμπάζ Τεπέ, ο Νεμπέτ Τεπέ, που βρισκόμαστε τώρα, και ο Ταξίμ Τεπέ, ενώνονται μεταξύ τους και σχηματίζουν ένα μεγαλύτερο βραχώδες σύνολο. Οι υπόλοιποι ήταν περισσότερο απομονωμένοι: ο Σαχάτ Τεπέ, ο Μπουνάρτζικα, γνωστό και ως λόφος Ντάνοφ, και ο Τζεντέμ Τεπέ. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο μικρότερος λόφος, Μάρκοβο Τεπέ, ουσιαστικά στο κέντρο της πόλης, στη λεωφόρο Ρούσκι. Από τους επτά λόφους, ο Τζεντέμ Τεπέ ήταν ο υψηλότερος, περίπου 283 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ακολουθούσε ο Μπουνάρτζικα, στα 234 μέτρα, ο Σαχάτ Τεπέ στα 212 και ο Νεμπέτ Τεπέ στα 203 μέτρα. Οι υπόλοιποι ήταν σαφώς χαμηλότεροι.

Κάποιοι ήταν περισσότερο δασώδεις, ενώ οι βραχώδεις λόφοι του ιστορικού πυρήνα καλύφθηκαν σταδιακά από την ίδια την πόλη. Με άλλα λόγια, όσο το Πλόβντιβ εξελισσόταν άλλαζε και η εικόνα των λόφων του. Οι βράχοι στους οποίους είναι σχηματισμένοι οι λόφοι αποτελούνται κυρίως από εκρηξιγενή πετρώματα, όπως ο αμφιβολιτικός γρανίτης. Το υλικό αυτό ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο για την οικοδόμηση. Η πέτρα των λόφων χρησιμοποιήθηκε για να κατασκευαστούν κτίρια, δρόμοι, και κράσπεδα πεζοδρομίων της πόλης.

 

Ο λόφος Μπουνάρτζικα, ο λόφος Σαχάτ Τεπέ και ο Τζεντέμ Τεπέ χρησιμοποιήθηκαν ως λατομεία, όπως και ο Μάρκοβο Τεπέ. Από εκεί προερχόταν η οικοδομική πέτρα που χρησιμοποιούνταν όχι μόνο για να καλύψει τις ανάγκες του Πλόβντιβ αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Η διαδικασία αυτή, όμως, είχε ένα τίμημα. Όσο η πόλη μεγάλωνε και χρειαζόταν περισσότερο οικοδομικό υλικό, οι λόφοι σταδιακά υποχωρούσαν. Η περίπτωση του Μάρκοβο Τεπέ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο λόφος, που αποτελούσε έναν από τους επτά χαρακτηριστικούς λόφους της πόλης, άρχισε να εξορύσσεται συστηματικά στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο βράχος του χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό, αλλά κυρίως και για την επίστρωση των δρόμων του Πλόβντιβ. Ο λόφος εξαφανίστηκε από το αστικό τοποίο, όμως το υλικό του εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στην πόλη. Σήμερα, στο σημείο όπου βρισκόταν το Μάρκοβο Τεπέ, βρίσκεται ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο. Ας επιστρέψουμε όμως πάλι στο Νεμπέτ Τεπέ.

Πριν από την εποχή των πυροβόλων όπλων, ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια για την επιλογή ενός τόπου εγκατάστασης ήταν η ασφάλεια. Ένας ψηλός, και δύσκολα προσβάσιμος λόφος μπορούσε να καλύψει αυτήν την ανάγκη καθώς προσέφερε στους κατοίκους του πλεονέκτημα απέναντι σε έναν πιθανό εχθρό. Ο Νεμπέτ Τεπέ, μαζί με τους άλλους δύο λόφους, Τζαμπάζ και Ταξίμ Τεπέ, αποτελούσε ένα ενιαίο βραχώδες σύνολο που ήταν δύσκολα προσβάσιμο σε σχέση με άλλες τοποθεσίες της περιοχής και έτσι πάνω τους δημιουργήθηκε ο πρώτος οχυρωμένος πυρήνας της πόλης. Οι αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως τα κατάλοιπα του πρώτου προϊστορικού οικισμού στους Τρεις Λόφους. Ο οικισμός αυτός εξελίχθηκε σταδιακά σε οργανωμένο οικιστικό κέντρο και, περίπου κατά τον 12ο αιώνα π.Χ., είχε πλέον αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας πόλης. Ο οικισμός ταυτίζεται με την αρχαία θρακική Ευμολπία, ένα από τα πρώιμα αστικά κέντρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

 

 

0827 (1)

Τα αρχαιότερα σωζόμενα τμήματα των τειχών στο Νεμπέτ Τεπέ χρονολογούνται στον 4ο αιώνα π.Χ. και είναι κατασκευασμένα από μεγάλους ογκόλιθους, τοποθετημένους πολύ κοντά μεταξύ τους, χωρίς τη χρήση κονιάματος. Πρόκειται για τον λεγόμενο κυκλώπειο τρόπο δόμησης, χαρακτηριστικό της αρχαίας οχυρωματικής αρχιτεκτονικής. Μέσα και γύρω από αυτόν τον χώρο σώζονται μέχρι σήμερα τμήματα των διαφορετικών οχυρώσεων. Στη δυτική πλευρά του Τριλόφου, κατά μήκος της σημερινής οδού Βίτοσα στη Παλιά Πόλη, διατηρείται τμήμα της οχύρωσης που χρονολογείται στον 2ο αιώνα, στην εποχή του Μάρκου Αυρήλιου. Άλλες φάσεις των τειχών ανήκουν σε μεταγενέστερες περιόδους.

Η αρχική εγκατάσταση στο Νεμπέτ Τεπέ δεν παρέμεινε όμως περιορισμένη στον λόφο. Κατά την ελληνιστική περίοδο, όταν η αρχαία πόλη επεκτάθηκε και εξαπλώθηκε στους τρεις λόφους και στους πρόποδές τους, ο παλαιότερος οικισμός του Νεμπέτ Τεπέ μετατράπηκε στην ακρόπολη του ευρύτερου αστικού κέντρου. Τα τείχη της περιέκλειαν τα υψηλότερα σημεία των τριών λόφων και διαμόρφωναν έναν ενιαίο οχυρωμένο χώρο. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε αυτή την εξέλιξη και μέσα από την ίδια την οχύρωση.

Επίσης να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο πως η ακρόπολη δεν ήταν απομονωμένη από την υπόλοιπη πόλη. Συνδεόταν μαζί της μέσω πυλών. Από τις τρεις πύλες που αναφέρονται στις παλαιότερες περιγραφές, μία είναι αυτή που γνωρίζουμε καλύτερα σήμερα: η Χισάρ Καπία, δηλαδή η «Πύλη του Φρουρίου». Το μνημειακό σύνολο δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην ίδια την πύλη. Κάτω από τον ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης σώζεται ένας τετράγωνος πύργος, ο οποίος αποτελούσε τμήμα της οχύρωσης. Για πολλά χρόνια ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως κρύπτη και οστεοφυλάκιο. Με την οθωμανική κατάκτηση του Πλόβντιβ, τον 14ο αιώνα, στην περιοχή εγκαταστάθηκε τουρκική φρουρά. Η Χισάρ Καπία, ως τμήμα του παλαιού αμυντικού συστήματος της Ακρόπολης, έχασε σταδιακά την προηγούμενη στρατιωτική της σημασία. Η περιοχή, όμως, δεν εγκαταλείφθηκε. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, γύρω από την πύλη και τον ναό αναπτύχθηκαν κατοικίες εύπορων εμπόρων, μετατρέποντας το παλαιότερο οχυρωματικό τοπίο σε αστική ζωή της πόλης. Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό αργότερα.

0827

Η πύλη βρίσκεται ανάμεσα στην Εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης (στα δεξιά) και στο Εθνογραφικό Μουσείο της πόλης (στα αριστερά). Αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα της ιστορικής συνέχειας που χαρακτηρίζει το αρχιτεκτονικό σύνολο της αρχαίας Ακρόπολης.

Η παρουσία πύλης στο συγκεκριμένο σημείο ανάγεται ήδη στην αρχαιότητα. Κάτω από το σημερινό επίπεδο του δρόμου έχουν εντοπιστεί θεμέλια που χρονολογούνται πιθανότητα στον 2ο αιώνα μ.Χ., κατά την ρωμαική περίοδο. Η σημερινή μορφή της πύλης Χισάρ Καπία διαμορφώθηκε κυρίως κατά τον 11-13ο αιώνα, όταν πραγματοποιήθηκαν σημαντικές μετατροπές στην οχύρωση. 

Η διαμόρφωση της ρωμαϊκής πόλης

Ουσιαστικά, από το Νεμπέτ Τεπέ μπορούμε να δούμε το σημείο από το οποίο ξεκίνησε η ιστορία του Πλόβντιβ. Για πολλούς αιώνες, η κατοίκηση ήταν στενά συνδεδεμένη με τους τρεις λόφους της ακρόπολης. Η πόλη, όμως, δεν έμεινε για πάντα περιορισμένη πάνω στους λόφους. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε κατά τους ελληνιστικούς και, κυρίως, τους ρωμαϊκούς χρόνους. Μετά την κατάκτηση της πόλης από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας το 342 π.Χ., η πόλη πήρε το όνομα Φιλιππούπολη και άρχισε να εξελίσσεται σε σημαντικό αστικό κέντρο. Ακόμη και τότε ωστόσο, η οργανωμένη κατοίκηση παρέμενε συγκεντρωμένη κυρίως στην προστατευμένη περιοχή των τριών λόφων. Με την έλευση των Ρωμαίων η εικόνα αλλάζει ουσιαστικά. Η Φιλιππούπολη, η οποία πλέον φέρει την ονομασία Τριμόντιουμ (πόλη των τριών λόφων), εντάσσεται στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και γίνεται κέντρο της επαρχίας της Θράκης. Κατά τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., η πόλη αρχίζει να κατεβαίνει από τους λόφους και απλώνεται στην επίπεδη έκταση γύρω από αυτούς. Ένα δίκτυο δρόμων με κανονική, σχεδόν ορθογώνια διάταξη αναπτύσσεται γύρω από την ακρόπολη και οδηγεί προς την αγορά και το φόρουμ, που βρίσκονται στην επίπεδη περιοχή νότια των λόφων. Η πόλη αποκτά δημόσια λουτρά, βασιλικές, αγορά, στάδιο, θέατρο και ένα οργανωμένο σύστημα ύδρευσης, με νερό που μεταφερόταν από τη Ροδόπη μέσω υδραγωγείων. Κατά τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. η πόλη γνωρίζει την ακμή της. Κάποια από αυτά τα οικοδομήματα έχουν χαθεί. Άλλα βρίσκονται ακόμη κάτω από τους δρόμους και τα σύγχρονα κτίρια, και κάποια έχουν επιβιώσει με τρόπο που μας επιτρέπει ακόμη και σήμερα να καταλάβουμε πώς ήταν οργανωμένη η ρωμαϊκή πόλη. Ας δούμε τα δύο πιο χαρακτηριστικά, το αρχαίο θέατρο και το στάδιο.

 

Ανάμεσα στους λόφους Τζαμπάζ-τεπέ και Ταξίμ-τεπέ, ακριβώς δίπλα στο νότιο τείχος της αρχαίας ακρόπολης, βρίσκεται ένα από τα πιο εντυπωσιακά κατάλοιπα της πόλης από την ρωμαϊκής εποχή, το Αρχαίο Θέατρο. Το θέατρο χτίστηκε στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., κατά την εποχή του αυτοκράτορα Τραϊανού, και αποτελεί σήμερα ένα από τα καλύτερα διατηρημένα αρχαία θέατρα στον κόσμο. Το θέατρο είναι κυριολεκτικά ενταγμένο στον φυσικό χώρο των λόφων. Οι κερκίδες ακολουθούν την καμπύλη του εδάφους και από το κοίλον η θέα ανοίγεται προς την πόλη και την πεδιάδα. Το κοίλον χωρίζεται σε δύο επίπεδα από έναν πλατύ οριζόντιο διάδρομο. Συνολικά διατηρούνται 28 σειρές μαρμάρινων καθισμάτων, οργανωμένες σε επιμέρους τομείς με κλιμακοστάσια που οδηγούσαν προς τη σκηνή. Οι θεατές έφταναν στις θέσεις τους μέσω τριών εισόδων και θολωτών διαδρόμων. Η πλευρά της σκηνής ήταν ιδιαίτερα επιβλητική. Ένα διώροφο οικοδόμημα, με πλευρικές πτέρυγες που κατέληγαν σε μεγάλα τριγωνικά αετώματα, πλαισίωνε τη σκηνή. Ζωφόροι, γείσα, αγάλματα και επιγραφές, κατασκευασμένα από υλικά υψηλής ποιότητας, συμπλήρωναν την πλούσια διακόσμησή του. Υπολογίζεται ότι μπορούσε να φιλοξενήσει περίπου 5.000 έως 10.000 θεατές. Δεν επρόκειτο επομένως για ένα μικρό οικοδόμημα που εξυπηρετούσε μια περιορισμένη κοινότητα, αλλά για έναν μεγάλο δημόσιο χώρο μιας πόλης που βρισκόταν πλέον στην ακμή της. Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. υπέστη σοβαρές καταστροφές, πιθανότατα από πυρκαγιά ή σεισμό. Η σκηνή και μεγάλο μέρος του οικοδομήματος κατέρρευσαν σχεδόν μέχρι τα θεμέλια. Παρά τις καταστροφές και τη φθορά των αιώνων, οι αρχαιολογικές έρευνες επέτρεψαν την αποκατάστασή του. Σήμερα, το θέατρο εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της σύγχρονης ζωής του Πλόβντιβ, φιλοξενώντας παραστάσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις.

0827 (3)

Το στάδιο κατασκευάστηκε τον 2ο αιώνα μ.Χ., σύμφωνα με το πρότυπο του σταδίου των Δελφών, και οι διαστάσεις του ήταν πραγματικά εντυπωσιακές. Μπορούσε να φιλοξενήσει περίπου 30.000 θεατές, οι οποίοι συγκεντρώνονταν για να παρακολουθήσουν αθλητικούς αγώνες. Οι αγώνες δεν αποτελούσαν απλώς ένα θέαμα για τους κατοίκους της πόλης. Σύμφωνα με τις επιγραφές και τα νομίσματα που έχουν βρεθεί, στη Φιλιππούπολη οργανώνονταν κατά διαστήματα και Πύθιοι αγώνες, ακολουθώντας το πρότυπο των αντίστοιχων αγώνων της Ελλάδας. Οι διοργανώσεις φαίνεται μάλιστα ότι συνδέονταν και με τις επισκέψεις των Ρωμαίων αυτοκρατόρων στην πόλη.

Από το τεράστιο οικοδόμημα δεν σώζεται σήμερα παρά ένα τμήμα του, καθώς μεγάλο μέρος του βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη πόλη. Στη βόρεια καμπύλη του σταδίου διακρίνονται 13 σειρές μαρμάρινων καθισμάτων, η βόρεια είσοδος και τμήμα του στίβου. Αυτό που σήμερα μοιάζει με ένα μικρό αρχαιολογικό κατάλοιπο αποτελούσε κάποτε ένα τεράστιο στάδιο. Στο ίδιο σημείο σώζονται επίσης τμήματα από άλλα στοιχεία της αρχαίας Φιλιππούπολης. Διακρίνεται τμήμα του οχυρωματικού τείχους, που κατασκευάστηκε το 172 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, καθώς και τα θεμέλια του ρωμαϊκού υδραγωγείου, μέσω του οποίου μεταφερόταν νερό στην πόλη από την περιοχή της Ροδόπης.

Αν κατεβούμε από τους λόφους και κινηθούμε προς το σημερινό κέντρο της πόλης, ένα δεύτερο σημαντικό μνημείο μάς βοηθά να καταλάβουμε ακόμη καλύτερα το μέγεθος και τη λειτουργία της ρωμαϊκής πόλης. Στην περιοχή της σημερινής πλατείας Τζουμαγιά, δυτικά του ομώνυμου τζαμιού, βρίσκεται το Αρχαίο Στάδιο της Φιλιππούπολης. Το μεγαλύτερο μέρος του σταδίου βρίσκεται σήμερα κάτω από τον σύγχρονο αστικό ιστό. Ένα τμήμα του, όμως, έχει αναδειχθεί και είναι ορατό κάτω από το επίπεδο της σημερινής πλατείας και των δρόμων. Οι διαστάσεις του ήταν εντυπωσιακές: περίπου 250 μέτρα μήκος και 50 μέτρα πλάτος, σύμφωνα με τις αρχαίες μονάδες μέτρησης. Οι θέσεις των θεατών ήταν διαμορφωμένες σε μαρμάρινες σειρές. Στο κέντρο βρισκόταν ο στίβος των αγώνων δρόμου. Στο βόρειο άκρο του διαμορφωνόταν η σφενδόνη, η καμπύλη απόληξη του σταδίου, όπου βρίσκονταν επίσης θέσεις θεατών και θεωρεία. Ένα τμήμα της σφενδόνης έχει διασωθεί και αναδειχθεί κάτω από το επίπεδο της σημερινής πλατείας. Η κύρια είσοδος του σταδίου βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής οδού Κνιάζ Αλεξάνταρ. Η μνημειακή της διαμόρφωση παραπέμπει σε αρχιτεκτονικά πρότυπα που συναντάμε και σε σημαντικές πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως η Μίλητος και η Έφεσος. Κατά την περίοδο ακμής της πόλης, κυρίως από τον 2ο έως τον 4ο αιώνα μ.Χ., στο στάδιο πραγματοποιούνταν αθλητικοί αγώνες. Όταν στα τέλη του 4ου αιώνα ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε τους αρχαίους αθλητικούς αγώνες, η χρήση του σταδίου άλλαξε και συνδέθηκε πλέον κυρίως με ιπποδρομίες. Η τελευταία γνωστή αναφορά στο μνημείο προέρχεται από τη βυζαντινή συγγραφέα Άννα Κομνηνή, στα τέλη του 11ου αιώνα, η οποία εξακολουθούσε να εντυπωσιάζεται από το οικοδόμημα, παρότι αυτό είχε ήδη μετατραπεί σε ερείπια. Σήμερα, ένα μικρό μόνο μέρος του είναι ορατό. Όταν περπατάμε σήμερα στην κεντρική οδό ή στεκόμαστε στην πλατεία Τζουμαγιά, βρισκόμαστε στην πραγματικότητα πάνω από μια πόλη που συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα πόδια μας. Πίσω από το στάδιο βλέπεις το Τζουμαγιά Τζαμί, κάτι που μας δίνει μια πολύ καλή αφορμή για να αλλάξουμε εποχή και να δούμε το Πλόβντιβ κατά την οθωμανική περίοδο.

Η οθωμανική πόλη: νέες λειτουργίες και αστικές μεταβολές

Μέχρι τώρα ακολουθήσαμε την πορεία του Πλόβντιβ από τους πρώτους οργανωμένους οικισμούς στους λόφους του, στα τείχη της αρχαίας πόλης και στη συνέχεια στη ρωμαϊκή Φιλιππούπολη, η οποία αναπτύχθηκε πολύ πέρα από την αρχική οχυρωμένη περιοχή των λόφων. Η ρωμαϊκή πόλη άφησε πίσω της ένα ιδιαίτερα πλούσιο αρχαιολογικό αποτύπωμα: δρόμους, δημόσια κτίρια, λουτρά, θέατρο, στάδιο και άλλα μνημεία, που μας επιτρέπουν ακόμη και σήμερα να ανασυνθέσουμε με σχετικά μεγάλη ακρίβεια τη μορφή και την έκτασή της. Από εδώ και πέρα, όμως, η εικόνα αλλάζει. Η μετάβαση από την ύστερη αρχαιότητα στους μεσαιωνικούς αιώνες είναι πολύ λιγότερο ευδιάκριτη στο σημερινό τοπίο του Πλόβντιβ. Η πόλη συνέχισε να κατοικείται και κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, ενώ προστέθηκαν νέα δημόσια και θρησκευτικά κτίρια και αναπτύχθηκαν νέες κατοικημένες περιοχές. Ωστόσο, διαδοχικές καταστροφικές επιδρομές επηρέασαν βαθιά τον αστικό της ιστό. Μεγάλο μέρος της παλαιότερης μνημειακής πόλης καταστράφηκε και τα ερείπια των επιβλητικών ρωμαϊκών και ύστερων αρχαίων κτιρίων χρησιμοποιήθηκαν σταδιακά από τους κατοίκους ως οικοδομικό υλικό. Για την οθωμανική όμως περίοδο που ακολουθεί έχουμε αρκετές πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που ήταν δομημένη η πόλη.

Η παρουσία του τζαμιού μας μεταφέρει στην εποχή κατά την οποία το Πλόβντιβ πέρασε υπό οθωμανική κυριαρχία και απέκτησε μια νέα μορφή.

Η θέση της πόλης ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την οθωμανική διοίκηση. Η πόλη βρισκόταν σε μια περιοχή με εύφορες εκτάσεις και σημαντικούς δρόμους επικοινωνίας, ενώ η Μαρίτσα λειτουργούσε ως φυσικός άξονας επικοινωνίας και μετακίνησης. Η σημασία του Πλόβντιβ φαίνεται καθαρά και από την έκταση της διοικητικής περιοχής που οργανώθηκε γύρω από αυτό. Ο καζάς του Φιλιμπέ, με κέντρο την πόλη, εκτεινόταν κατά τον 15ο αιώνα σε περίπου 11.400 τετραγωνικά χιλιόμετρα και περιλάμβανε περισσότερους από 400 οικισμούς. Ήταν, επομένως, μια τεράστια διοικητική ενότητα. Η πολιτική σημασία της πόλης φαίνεται ακόμη πιο καθαρά από το γεγονός ότι το Πλόβντιβ και η περιοχή του επιλέγονταν ως τόπος διαμονής του Ρούμελι μπεηλέρμπεη, του ανώτατου Οθωμανού διοικητή της Ρούμελης. Παράλληλα, η περιοχή γνώρισε σημαντικές δημογραφικές αλλαγές. Μετά την οθωμανική κατάκτηση, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πληθυσμοί από την Ανατολία, Τάταροι από την περιοχή του βόρειου Εύξεινου Πόντου, καθώς και ημινομαδικοί Τουρκομάνοι και Γιουρούκοι από τη δυτική και κεντρική Ανατολία. Την ίδια στιγμή, οι ορθόδοξοι χριστιανικοί πληθυσμοί, συνέχισαν να κατοικούν στους παλαιότερους οικισμούς.

Στην οθωμανική πλέον Φιλιμπέ, ο αστικός πυρήνας μετατοπίστηκε από την παλαιότερη οχυρωμένη περιοχή των λόφων προς την επίπεδη έκταση νότια της ακρόπολης. Η οθωμανική πόλη δεν αναπτύχθηκε απλώς πάνω στην προηγούμενη πόλη, αλλά δημιούργησε έναν νέο αστικό και εμπορικό πυρήνα. Στο κέντρο του βρισκόταν η πλατεία του μεγάλου τζαμιού, του Muradiye Camii, γνωστού σήμερα ως Τζουμαγιά Τζαμί. 

Από εδώ ξεκινούσαν και διασταυρώνονταν οι βασικοί άξονες της πόλης. Ο κύριος δρόμος ερχόταν από τον βορρά, περνούσε τη γέφυρα της Μαρίτσα και οδηγούσε κατευθείαν στην πλατεία του τζαμιού. Ήταν η βασική αρτηρία της πόλης και, σύμφωνα με την περιγραφή της εποχής, ο μοναδικός πλακόστρωτος δρόμος. Κατά μήκος του συγκεντρώθηκαν καταστήματα, χάνια, καραβανσεράγια και εκατοντάδες μικρά εργαστήρια και αποθήκες. Από την πλατεία του τζαμιού ο ίδιος άξονας συνέχιζε προς τα νότια, περνώντας από την περιοχή του Ρωμαϊκού Σταδίου, ενώ άλλοι δρόμοι διακλαδώνονταν προς τα δυτικά και προς τους τρεις λόφους.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327492523 7836afbeb7a6064bcd8cb80084905520 (1)
0828 (3)

Η ακριβής ημερομηνία κατασκευής του τζαμιού αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Η αρχική επιγραφή του κτιρίου έχει αφαιρεθεί και αντικατασταθεί από μεταγενέστερη επιγραφή του 18ου αιώνα, η οποία αναφέρεται σε σημαντική ανακαίνιση επί σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Α΄. Αυτό δυσκολεύει τον ακριβή προσδιορισμό της αρχικής οικοδόμησης. Ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος επισκέφθηκε το Πλόβντιβ τον 17ο αιώνα, απέδωσε την κατασκευή του τζαμιού στον σουλτάνο Μουράτ Α΄. Ωστόσο, αυτή η πληροφορία θεωρείται λανθασμένη. Τα οθωμανικά έγγραφα δείχνουν ότι το Muradiye Camii υπήρχε ήδη το 1436. Επομένως, η κατασκευή του θα πρέπει να τοποθετηθεί στις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα.

Το τζαμί αποτελούσε την καρδιά της νέας μουσουλμανικής πόλης καθώς εκτός από θρησκευτικό κτίριο η πλατεία γύρω του λειτουργούσε ως βασικό σημείο συγκέντρωσης. Γύρω από το τζαμί αναπτύχθηκαν και οι απαραίτητες υποδομές για τη λειτουργία μιας μεγάλης εμπορικής συνοικίας. Ανάμεσά τους βρισκόταν το Tahtakale Hamamı, το σημαντικότερο δημόσιο λουτρό της εμπορικής περιοχής. Βρισκόταν περίπου πενήντα μέτρα βορειοανατολικά του τζαμιού και παρέμεινε σε λειτουργία καθ’ όλη την οθωμανική περίοδο.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13515185290440 77c193e902dd142bd5b688c74cd4b4a5

Αν από εδώ ακολουθούσαμε την οθωμανική πόλη προς τον ποταμό Μαρίτσα, θα περνούσαμε μέσα από την Ουζούν Τσαρσί, τη «Μακριά Αγορά». Εδώ βρισκόταν η οικονομική καρδιά της πόλης. Καταστήματα, αποθήκες, χάνια και καραβανσεράγια συγκεντρώνονταν κατά μήκος του βασικού εμπορικού άξονα. Ανάμεσα στα σημαντικότερα κτίρια αυτής της εμπορικής πόλης βρισκόταν το Μεγάλο Μπεζεστένι. Το Μπεζεστένι ήταν, μαζί με το Κουρσούμ Χαν, ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της οθωμανικής περιόδου στο Πλόβντιβ. Ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων και εμπορικών κτιρίων που χαρακτήριζαν την οθωμανική πόλη, μαζί με τα χάνια, τα καραβανσεράγια, τις αποθήκες και τα λουτρά.

Το Μεγάλο Μπεζεστένι βρισκόταν στην περιοχή της Καπάνα, ανατολικά της σημερινής αγοράς. Ήταν ένα μνημειακό, μονώροφο κτίριο, του οποίου οι εξωτερικοί περιμετρικοί τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από λιθοδομή πάχους περίπου δύο μέτρων. Το ύψος του έφτανε λίγο πάνω από τα πέντε μέτρα μέχρι το κύριο γείσο. Οι πόρτες του ήταν κατασκευασμένες από χοντρές σανίδες δρυός, επενδεδυμένες με φύλλα σιδήρου και στερεωμένες με μεγάλα καρφιά. Κάθε πρωί άνοιγαν σε καθορισμένη ώρα και οι έμποροι συγκεντρώνονταν στο εσωτερικό του. Έλεγχαν τα εμπορεύματά τους και στη συνέχεια ξεκινούσαν την καθημερινή τους εμπορική δραστηριότητα.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327492448 f52e72d91f12c7edead2d0efdeb1ae05 (1)
europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327492275 d161d9ac91a4a8277945cff0c394f0af

Το Κουρσούμ Χαν ήταν ένα μεγάλο και επιβλητικό πέτρινο οικοδόμημα, το οποίο άντεξε για περισσότερους από πέντε αιώνες. Βρισκόταν πάνω στην κεντρική εμπορική οδό, κοντά στη διαδρομή προς τη γέφυρα της Μαρίτσα, ανάμεσα σε χάνια, λουτρά, τζαμιά και καταστήματα και πολύ κοντά στο Μεγάλο Μπεζεστένι.

Η θέση του Κουρσούμ Χαν μάς βοηθά να καταλάβουμε και τη λειτουργία της περιοχής. Δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο κτίριο, αλλά για μέρος ενός πυκνού εμπορικού δικτύου. Η Ουζούν Τσαρσί, η «Μακριά Αγορά», συνέδεε την πλατεία του Τζουμαγιά με τη Μαρίτσα και συγκέντρωνε τις εμπορικές δραστηριότητες της πόλης. Τα χάνια, τα καταστήματα, οι αποθήκες και το Μπεζεστένι αποτελούσαν μαζί έναν ενιαίο εμπορικό πυρήνα.

Λίγο πιο πέρα, στην ίδια εμπορική ζώνη της οθωμανικής πόλης, βρισκόταν ένα ακόμη από τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης, το Κουρσούμ Χαν. Το όνομά του προέρχεται από την τουρκική λέξη kurşun, που σημαίνει «μόλυβδος», και παραπέμπει στα μολύβδινα θολωτά του καλύμματα. Πρόκειται πιθανότατα για μία από τις πρώτες σημαντικές κατασκευές που δημιούργησαν οι Οθωμανοί στο Πλόβντιβ μετά την κατάκτηση της πόλης.

Η οικοδόμησή του τοποθετείται στα τέλη του 14ου αιώνα. Μία από τις πιο λεπτομερείς περιγραφές του μας την άφησε ο Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος επισκέφθηκε το Πλόβντιβ γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα. Περιγράφει ένα ιδιαίτερα μεγάλο κτίριο, με 44 δωμάτια σε κάθε όροφο, ισχυρή κατασκευή και μια βαριά, σχεδόν απροσπέλαστη πόρτα. Από ολόκληρο το κτίριο, αυτή η πόρτα είναι ουσιαστικά το μόνο υλικό κατάλοιπο που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα και βρίσκεται πλέον στο Εθνογραφικό Μουσείο του Πλόβντιβ. Σήμερα, εκτός από το Τζουμαγιά Τζαμί, κανένα από αυτά τα συγκροτήματα δεν έχει διασωθεί. Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό στη συνέχεια.

Και οι λόφοι;

Μέχρι εδώ, όμως, έχουμε ακολουθήσει κυρίως την επίπεδη πόλη, και αυτό σημαίνει ότι έχουμε αφήσει πίσω μας το νήμα που αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε από την αρχή της ιστορίας του Πλόβντιβ, τους λόφους του. Η οθωμανική περίοδος έχει αφήσει το αποτύπωμά της και εκεί, και μάλιστα σε έναν από τους λόφους της πόλης βρίσκεται ένα από τα χαρακτηριστικότερα τοπόσημά της. Ο Πύργος του Ρολογιού. Βρίσκεται στην κορυφή του λόφου που σήμερα ονομάζεται Sahat Tepe, δηλαδή «Λόφος του Ρολογιού». Ο λόφος αυτός βρίσκεται δυτικά των τριών λόφων της αρχαίας ακρόπολης και δεσπόζει πάνω από την περιοχή στην οποία αναπτύχθηκε το οθωμανικό εμπορικό κέντρο. Ο πύργος συνδέθηκε τόσο στενά με τον λόφο, ώστε τελικά το ίδιο το όνομα του λόφου να προέρχεται από αυτόν. Για να προσανατολιστείς καλύτερα ανέτρεξε ξανά στην φωτογραφία παραπάνω για να θυμηθείς που περίπου βρίσκεται ο λόφος Sahat Tepe.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13733591081421 d604bed2ac06aca228e82c0996b7edbe

Ο ήχος από το Σαχάτ Τεπέ ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση, πολύ πέρα από τα όρια της πόλης. Κοντά στον ίδιο λόφο βρίσκονταν ακόμη δύο πέτρινα κτίσματα, από τα οποία το ένα χρησίμευε ως αποθήκη πυρίτιδας και το άλλο ως αποθήκη όπλων και ταυτόχρονα ως χώρος για τη φρουρά. Τα κανόνια, στραμμένα προς την πόλη, έριχναν αρκετές ομοβροντίες κατά τη διάρκεια των μουσουλμανικών νηστειών και εορτών.

Η μορφολογία του λόφου συνέβαλλε ώστε το ύψος του πύργου και ο μηχανισμός του να αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον επιβλητικά στοιχεία της πόλης και της γύρω περιοχής.

Οι πρώτες πληροφορίες για τον πύργο ανάγονται στην οθωμανική περίοδο και μαρτυρούν την παρουσία του ήδη στις αρχές του 17ου αιώνα. Ο Γάλλος περιηγητής Μ. Lefebvre, ο οποίος πέρασε από το Πλόβντιβ το 1611, περιέγραψε έναν πύργο με ρολόι στην κορυφή ενός ψηλού βράχου. Το ρολόι χτυπούσε τις ώρες και ο ήχος του μπορούσε να ακουστεί σε μεγάλη απόσταση. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρεται επίσης στον πύργο και στο ρολόι του. 

Η καμπάνα του σηματοδοτούσε την ώρα, καθιστώντας τον πύργο ένα σημείο αναφοράς για ολόκληρη την πόλη. Ο πύργος δεν ήταν απλώς ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο στην κορυφή του λόφου. Ο ήχος του καθόριζε τον ρυθμό της καθημερινής ζωής της πόλης. Η αρχική κατασκευή, ωστόσο, δεν είναι αυτή που βλέπουμε σήμερα. Ο παλαιότερος πύργος καταστράφηκε κατά τον 18ο αιώνα. Η σημερινή μορφή του αποτελεί αποτέλεσμα ανακατασκευής που ολοκληρώθηκε το 1810, πάνω στα τετράγωνα θεμέλια του παλαιότερου πύργου. Εκτός από το ρολόι όμως, παρατήρησες πόσο έχει αλλάξει η μορφολογία του λόφου μέχρι σήμερα;

Η Παλιά Πόλη: μια πόλη μέσα στην πόλη

Από εδώ, από το Σαχάτ Τεπέ, έχουμε μια καλή ευκαιρία να κοιτάξουμε ξανά προς το ιστορικό κέντρο του Πλόβντιβ. Αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς το Τρίλοφο, αυτό που ξεχωρίζει είναι η περιοχή που σήμερα γνωρίζουμε ως Παλιά Πόλη. Είναι ένα ολόκληρο κομμάτι του ιστορικού αστικού ιστού του Πλόβντιβ, που αναπτύχθηκε πάνω στους λόφους και στις πλαγιές τους και διατήρησε μέχρι σήμερα ένα μεγάλο μέρος από τη μορφή που απέκτησε κυρίως κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Συνήθως όταν περπατάει κανείς στη Παλιά Πόλη βλέπει μόνο μέχρι εκεί που φτάνει το βλέμμα του, κάτι το οποίο σημαίνει ότι έχει μια περιορισμένη γενική εικόνα της περιοχής. Επειδή η περιοχή βρίσκεται πάνω στους λόφους, η μορφή της καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο το έδαφος. Οι δρόμοι ακολουθούν τις πλαγιές, ελίσσονται, άλλοτε είναι σχετικά επίπεδοι και άλλοτε γίνονται απότομα περάσματα και σκάλες. Μέσα από το πανοραμική προβολή ωστόσο έχουμε τη δυνατότητα να την δούμε ως ένα περίπλοκο οικιστικό σύνολο με δρόμους, καλντερίμια, αυλές, περίβολους, κατοικίες και τμήματα των παλαιότερων οχυρώσεων που συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο χώρο. 

Γύρω από τη Χισάρ Καπία, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, και στις πλαγιές του Τρίλοφου διαμορφώθηκε σταδιακά ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά σύνολα της πόλης. Οι ψηλοί περίβολοι κρύβουν εσωτερικές αυλές, μεγάλες ξύλινες αυλόπορτες οδηγούν στο εσωτερικό των κατοικιών, ενώ οι όροφοι συχνά προεξέχουν πάνω από τα στενά δρομάκια με τους χαρακτηριστικούς σαχνισιάδεςΑπό τα τέλη του 17ου αιώνα η πόλη άρχισε να αναδεικνύεται σε σημαντικό οικονομικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα είχε εξελιχθεί στη μεγαλύτερη πόλη των βουλγαρικών εδαφών. Η οικονομική αυτή ανάπτυξη δημιούργησε ισχυρότερα αστικά στρώματα και, μαζί τους, νέες ανάγκες για κατοικία. Έτσι, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα διαμορφώνεται ένας ιδιαίτερος τύπος αστικής κατοικίας του Πλόβντιβ.

Στους πιο πρώιμους τύπους κατοικιών της Παλιάς Πόλης, συναντούμε μικρότερα, διώροφα και συχνά ασύμμετρα σπίτια. Οι προσόψεις τους χαρακτηρίζονται από προεξέχοντες σαχνισιάδες προς τον δρόμο, ενώ προς την αυλή υπήρχαν ανοιχτά χαγιάτια και ξύλινοι κίονες. Η ελαφριά ξύλινη κατασκευή πάνω σε ισχυρή πέτρινη βάση συνδέεται με τον ορεινό τύπο κατοικίας του Αίμου και της Ροδόπης, από όπου προέρχονταν και πολλοί από τους τεχνίτες. Με την ανάπτυξη όμως της πόλης, οι ανάγκες άλλαξαν. Τα ανοιχτά χαγιάτια σταδιακά υαλώνονται και μετατρέπονται σε χώρους υποδοχής, ενώ οι εσωτερικοί χώροι αποκτούν όλο και πιο πλούσιο διάκοσμο. Από τη δεκαετία του 1830 και έπειτα κυριαρχεί πλέον το στυλ της συμμετρικής κατοικίας. Η νέα αυτή μορφή επηρεάζεται από την Αναγέννηση και το Μπαρόκ, που φτάνουν σταδιακά στα βουλγαρικά εδάφη, κυρίως μέσω της Κωνσταντινούπολης. Η συμμετρική κάτοψη συνδυάζεται με πλούσιο διακοσμητικό διάκοσμο και με την παραδοσιακή ξυλογλυπτική στις οροφές, στις πόρτες και στα εντοιχισμένα ντουλάπια. Έτσι διαμορφώθηκε η χαρακτηριστική κατοικία του Πλόβντιβ, ένα αρχιτεκτονικό φαινόμενο τόσο ιδιαίτερο, ώστε ορισμένοι Βούλγαροι μελετητές να το χαρακτηρίζουν και ως «βουλγαρικό μπαρόκ». Γενικά, αν βρεθείς στη Παλιά Πόλη θα δεις ότι σε ορισμένα σημεία οι δρόμοι είναι τόσο στενοί και οι κατοικίες τόσο πυκνά χτισμένες, ώστε οι προεξοχές των στεγών και των σαχνισιάδων σχεδόν ενώνονται πάνω από το καλντερίμι. Άλλα σπίτια κρύβονται πίσω από ψηλούς περιβόλους και βαριές αυλόπορτες. Πολλά από τα σπίτια που βλέπεις εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται. Άλλα έχουν μετατραπεί σε μουσεία, άλλα φιλοξενούν καλλιτεχνικές εκθέσεις και εργαστήρια, ενώ σε αυλές και μικρές πλατείες λειτουργούν εστιατόρια και καφέ.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327492534 b5b5d1fd4d474b2bd519b7d76ea2c55d

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά είναι η οικία Κουγιουμτζίογλου, που δεσπόζει πάνω από τη Χισάρ Καπία. Χτίστηκε το 1847 και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα παραδείγματα της αναγεννησιακής κατοικίας του Πλόβντιβ. Το μέγεθός της είναι εντυπωσιακό: τέσσερις όροφοι, δώδεκα δωμάτια και περισσότερα από 130 παράθυρα. Στο εσωτερικό, οι χώροι υποδοχής διαθέτουν πλούσια ξυλόγλυπτη διακόσμηση, ενώ η ανατολική πλευρά της κατοικίας είναι χτισμένη πάνω στο αρχαίο οχυρωματικό τείχος και αποτελεί μέρος του ίδιου του συνόλου της Χισάρ Καπία.

Η κατοικία αυτή είναι χαρακτηριστική και για έναν ακόμη λόγο: η χρήση της άλλαξε πολλές φορές. Μετά την Απελευθέρωση έγινε οικοτροφείο θηλέων, εργοστάσιο καπέλων, εργοστάσιο ξυδιού και αποθήκη αλευριού. Από το 1943 είναι ανοιχτή στο κοινό και σήμερα στεγάζει το Εθνογραφικό Μουσείο του Πλόβντιβ.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η οικία Μπαλαμπάνοφ, που χτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα και πήρε το όνομά της από τον τελευταίο ιδιοκτήτη της, τον έμπορο Λούκα Μπαλαμπάνοφ. Η αρχική κατοικία κατεδαφίστηκε το 1935, αλλά ανακατασκευάστηκε μεταξύ 1976 και 1979 σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που είχαν διασωθεί. Σήμερα, οι ξυλόγλυπτες οροφές, τα έπιπλα και η διακόσμηση των εσωτερικών χώρων ανασυνθέτουν την ατμόσφαιρα της βουλγαρικής Αναγέννησης, ενώ το σπίτι λειτουργεί παράλληλα ως χώρος πολιτισμού και τέχνης.

Στην ίδια εικόνα εντάσσεται και η οικία του Στογιάν Τσομάκωφ, που χτίστηκε μεταξύ 1858 και 1860. Ανήκε στον γιατρό και σημαντικό δημόσιο παράγοντα της Αναγέννησης Στογιάν Τσομάκωφ. Μετά την Απελευθέρωση έγινε κατοικία του πρίγκιπα Φερδινάνδου και αργότερα μετατράπηκε σε χώρο τέχνης. Από το 1984 φιλοξενεί μόνιμη έκθεση του ζωγράφου Ζλάτιου Μπογιαντίεφ.

Και υπάρχει ακόμη η οικία Λαμαρτίν, μία από τις μεγαλύτερες συμμετρικές κατοικίες της Παλιάς Πόλης. Χτίστηκε το 1829–1830 για τον έμπορο Γκεόργκι Μαυρίδη και λίγα χρόνια αργότερα, το 1833, φιλοξένησε για τρεις ημέρες τον Γάλλο ποιητή και περιηγητή Αλφόνς ντε Λαμαρτίν, ο οποίος ταξίδευε τότε επιστρέφοντας από την Ανατολή.

Η κατοικία αυτή δείχνει πολύ καλά και τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνίτες του Πλόβντιβ αντιμετώπισαν το δύσκολο έδαφος. Η βάση και το ισόγειο ακολουθούν ακανόνιστη κάτοψη, ενώ οι δύο ανώτεροι όροφοι οργανώνονται συμμετρικά και προεξέχουν πάνω από το ισόγειο. Ακόμη και η αυλή αναπτύσσεται σε διαφορετικά επίπεδα, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του λόφου.

0830 (4)

Προς τη σύγχρονη εποχή. Η πολεοδομική ανάπλαση της πόλης και η αρχιτεκτονική άνθηση από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Μέχρι αυτό το σημείο ακολουθήσαμε την ιστορία του Πλόβντιβ μέσα από τους λόφους του και τα ίχνη της αρχαίας πόλης. Τώρα μπορούμε να σταθούμε στο σημερινό κέντρο και να δούμε πώς διαμορφώθηκε ένας από τους σημαντικότερους αστικούς χώρους της σύγχρονης πόλης. Όταν σήμερα μιλάμε για την κεντρική οδό του Πλόβντιβ, εννοούμε την ιστορικά διαμορφωμένη και οικονομικά σημαντική εμπορική ζώνη που εκτείνεται από την κεντρική πλατεία έως την πλατεία Τζουμαγιά. Σήμερα είναι ένας από τους χαρακτηριστικότερους πεζόδρομους της πόλης και φέρει την ονομασία “Αλεξάντερ Μπάττενμπεργκ”. Παράλληλα, αποτελεί έναν από τους βασικούς δρόμους που οδηγούν προς το Τριλόφο, το Σαχάτ Τεπέ και την Παλιά Πόλη. Για να καταννοήσουμε όμως τη σημερινή της μορφή, πρέπει να γυρίσουμε λίγο πίσω. Κατά την οθωμανική περίοδο, το Πλόβντιβ αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από έναν διαφορετικό, αλλά σε σημαντικό βαθμό συνδεδεμένο με τον σημερινό, εμπορικό άξονα. Η Ουζούν Τσαρσί, δηλαδή η «Μακριά Αγορά», ξεκινούσε από την περιοχή της Τζουμαγιάς και κατευθυνόταν προς τον ποταμό Μαρίτσα. Ήταν ο σημαντικότερος εμπορικός δρόμος της πόλης και ουσιαστικά ο άξονας γύρω από τον οποίο οργανώθηκε το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του οθωμανικού Πλόβντιβ. Ο κύριος δρόμος ερχόταν από τον βορρά, περνούσε τη γέφυρα του Μαρίτσα και οδηγούσε προς την πλατεία της Μουραντιγιέ, της σημερινής Τζουμαγιάς. Από εκεί η κίνηση συνεχιζόταν προς τα νότια, περνώντας από την περιοχή όπου βρισκόταν το ρωμαϊκό στάδιο, και έπειτα προς την περιοχή ανάμεσα στην παλιά ακρόπολη και τον λόφο του Ρολογιού. Κατά μήκος αυτού του άξονα συγκεντρώθηκαν καταστήματα, αποθήκες, χάνια, καραβανσεράγια, λουτρά και άλλα κτίρια που εξυπηρετούσαν την εμπορική και καθημερινή ζωή της πόλης. 

 

Μετά την Απελευθέρωση, το Πλόβντιβ βρέθηκε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Η πόλη έπρεπε να εκσυγχρονιστεί, να αποκτήσει καλύτερη ύδρευση και αποχέτευση, νέους δρόμους, δημόσιους χώρους και νέα δημόσια κτίρια. Αυτό σήμαινε ότι ο παλαιότερος αστικός ιστός δεν μπορούσε να παραμείνει ανέπαφος. Ορισμένα από τα οθωμανικά κτίρια κατεδαφίστηκαν και άλλα τροποποιήθηκαν, ώστε να προσαρμοστούν στις νέες πολεοδομικές ανάγκες. Καθοριστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτέλεσε το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης, που εκπονήθηκε από τον αρχιτέκτονα Ιωσήφ Σνίτερ και εγκρίθηκε το 1896. Από τότε ξεκίνησε μια μακρά διαδικασία αλλαγής της εικόνας της πόλης, η οποία θα επηρέαζε και την περιοχή του κεντρικού εμπορικού άξονα. Η αλλαγή αυτή, όμως, δεν αφορούσε μόνο τους δρόμους και τα κτίρια. Η νέα πόλη χρειαζόταν και νέους δημόσιους χώρους, χώρους πρασίνου και αναψυχής, που θα ανταποκρίνονταν στις διαφορετικές ανάγκες της κοινωνίας της εποχής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας αντίληψης είναι ο σημερινός κήπος του Πλόβντιβ, το πάρκο “Τσάρ Σιμεόν”.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13515185290454 6d34dc7732751eb1ff4c4efeea97998f

Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι η δημιουργία του συνδέθηκε με ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα: την πρώτη Γεωργική και Βιομηχανική Έκθεση του Πλόβντιβ. Για την προετοιμασία της έκθεσης προβλέφθηκε η δημιουργία ενός τεράστιου, για τα δεδομένα της εποχής, πάρκου έκτασης περίπου 100 στρεμμάτων, στη θέση παλαιών τουρκικών νεκροταφείων, ιδιωτικών ιδιοκτησιών και λαχανόκηπων. Το νέο πάρκο δημιουργήθηκε σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Υπό την καθοδήγηση του περίφημου κηπουρού Λουσιέν Σεβαλάς, οι κηπουροί του Πλόβντιβ διαμόρφωσαν ανθοπαρτέρια, υδάτινες επιφάνειες και υποδειγματικούς οπωρώνες. Κατά μήκος των νέων διαδρομών φυτεύτηκαν περισσότερα από 300 διαφορετικά είδη δέντρων, ανάμεσά τους φράξοι, φτελιές, λεύκες, έλατα και πλατάνια. Το εγχείρημα ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξο: μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο είχε δημιουργηθεί ένας μεγάλος και οργανωμένος δημόσιος κήπος, ο οποίος εντυπωσίασε τους χιλιάδες επισκέπτες της έκθεσης, μεταξύ των οποίων και πολλούς ξένους. Μετά τη λήξη της έκθεσης, στις 3 Νοεμβρίου 1892, ο κήπος πήρε το όνομα Τσάρ Σιμεόν.

Паметник на Люсиен Шевалас

Η ιστορία του κήπου συνδέεται στενά με τον ίδιο τον Σεβαλάς. Γεννημένος το 1840, είχε εργαστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Βραζιλία, όπου καλλιέργησε περαιτέρω τις βοτανικές του γνώσεις, και αργότερα επέστρεψε στην Ευρώπη και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε κηπουρός του σουλτάνου. Μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878), ο γενικός διοικητής της Ανατολικής Ρωμυλίας, Αλέξανδρος Βογορίδης, ζήτησε από τον σουλτάνο Χαμίτ να του στείλει έναν έμπειρο κηπουρό για τη δημιουργία κήπου στο κυβερνητικό μέγαρο. Έτσι ο Σεβαλάς έφτασε στο Πλόβντιβ το 1882, αρχικά υποτίθεται προσωρινά, αλλά τελικά παρέμεινε στην πόλη μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Σεβαλάς είχε ήδη δημιουργήσει και έναν άλλον κήπο, τον Πριγκιπικό, κοντά στον ποταμό Μαρίτσα, στη θέση του καμένου τουρκικού κονακίου, ενώ είχε σχεδίασει επίσης και τον κήπο Ντοντούκοφ, που θεωρείται ο πρώτος δημοτικός κήπος στη Βουλγαρία. Ο Πριγκιπικός Κήπος καταστράφηκε το 1918 και στη θέση του βρίσκεται σήμερα το Στρατιωτικό Μέγαρο. Ωστόσο, το έργο για το οποίο έμεινε περισσότερο γνωστός ο Σεβαλάς, ήταν ο κήπος Τσάρ Σιμεόν.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13515185290486 74eefa41f4ddc66f009643670ab053ce
0901(1)

Ένα από τα κτίρια που μας επιτρέπουν να καταλάβουμε καλύτερα αυτή τη νέα εικόνα της πόλης είναι το ξενοδοχείο Μολλέ. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της Κεντρικής οδού, όχι μόνο για την αρχιτεκτονική του μορφή, αλλά και για τη θέση που κατέλαβε στην κοινωνική ζωή του Πλόβντιβ κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Το κτίριο κατασκευάστηκε το 1910–1911, σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Μαριάνο Περνικόνι, ο οποίος έζησε και εργάστηκε για μεγάλο μέρος της ζωής του στη Βουλγαρία και άφησε το έργο του σε αρκετές πόλεις της χώρας. Στο Πλόβντιβ σχεδίασε, μεταξύ άλλων, το κτίριο του Κεντρικού Σιδηροδρομικού Σταθμού και το Γαλλικό Κολέγιο Αρρένων, ενώ αρκετές ιδιωτικές κατοικίες της πόλης φέρουν επίσης την υπογραφή του. Η πρόσοψη του ξενοδοχείου Μολλέ ακολουθεί τον νεοκλασικισμό. Η αυστηρή συμμετρία και η οργανωμένη διάταξη των επιμέρους στοιχείων παραπέμπουν στην αρχιτεκτονική των ιταλικών παλάτσο, ενώ η ένταξη του κτιρίου στη συνεχή δόμηση της εμπορικής οδού δημιουργεί μια έντονη αντίθεση με τα χαμηλότερα κτίρια που βρίσκονται εκατέρωθεν. Το ξενοδοχείο διέθετε από το 1911 επιβατικό ανελκυστήρα, κάτι που αποτελούσε πρωτοποριακή υποδομή για την πόλη, ενώ από την αρχή της λειτουργίας του είχε και δικό του σύστημα κεντρικής θέρμανσης, με δύο μεγάλους λέβητες στο υπόγειο. Οι υποδομές αυτές δεν ήταν απλώς τεχνικές καινοτομίες, αλλά αντανακλούσαν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και μια πόλη που σταδιακά υιοθετούσε τις ανέσεις και τα πρότυπα της σύγχρονης ευρωπαϊκής αστικής ζωής. Το ξενοδοχείο, όμως, έγινε γνωστό κυρίως για το εστιατόριο και το ζαχαροπλαστείο του. Κατά τη δεύτερη, την τρίτη και ακόμη και την τέταρτη δεκαετία του 20ού αιώνα, το Μολλέ θεωρούνταν ένα από τα πιο φημισμένα ξενοδοχεία του Πλόβντιβ, ενώ το εστιατόριο και το ζαχαροπλαστείο του συγκαταλέγονταν στους πιο εκλεπτυσμένους χώρους της πόλης.

Η ονομασία Μολλέ προήλθε από τον Ντιμίταρ Μολλέ, ή Μολλά, αλβανικής καταγωγής, στον οποίο οι αρχικοί ιδιοκτήτες του κτιρίου, ο έμπορος Κούτσογλου και ο δρ. Γκρεμπενάροφ, ανέθεσαν τη διαχείριση του ξενοδοχείου και του εστιατορίου. Αργότερα, το συγκρότημα ανέλαβε ο Ζουλιέ Φουρκάτσεβ, ο οποίος συνέβαλε ακόμη περισσότερο στην καθιέρωση της φήμης του. Ο Φουρκάτσεβ φαίνεται πως αντιλαμβανόταν ότι ένα τέτοιο εστιατόριο δεν μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στην οικονομική επιφάνεια των πελατών του. Προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν σταθερό κύκλο μορφωμένων και καλλιεργημένων πολιτών, προσφέροντας ακόμη και συνδρομητική κατανάλωση με έκπτωση και δυνατότητα εξόφλησης στο τέλος του μήνα. Οι λογαριασμοί καταγράφονταν σε μικρά προσωπικά τετράδια και φυλάσσονταν στο γραφείο του εστιατορίου. Μέσα από αυτή τη μικρή ιστορία μπορούμε να δούμε ότι δεν ήταν μόνο πολεοδομική η αλλαγή της πόλης. Άλλαζε και ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοί του συναντιούνταν, διασκέδαζαν και συμμετείχαν στη δημόσια ζωή της πόλης.

Εκεί που τελειώνει η Κεντρική οδός και αρχίζει η κεντρική πλατεία του Πλόβντιβ, βρισκόταν ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης. Πρόκειται για το κτίριο που συνδέθηκε με το όνομα του Δημήτρη Πέτροβ Κούντογλου και με ένα από τα σημαντικότερα φιλανθρωπικά εγχειρήματα της πόλης κατά τον Μεσοπόλεμο. Η θέση του αντιστοιχεί περίπου στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το Κεντρικό Ταχυδρομείο του Πλόβντιβ, αν και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με απόλυτη ακρίβεια ποιο τμήμα του σημερινού χώρου καταλάμβανε. Είναι ενδιαφέρον ότι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα η περιοχή αυτή βρισκόταν ουσιαστικά έξω από τον τότε αστικό πυρήνα. 

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327492274 1d528fe0c35cf2d500346b4dc185474f

Το 1892, με αφορμή τη μεταφορά ενός θεατρικού θιάσου από τη Σόφια στο Πλόβντιβ, δημιουργήθηκε εδώ ένα ξύλινο θέατρο. Η επιτυχία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέσα στους δύο πρώτους μήνες το επισκέφθηκαν περισσότεροι από 30.000 θεατές, αριθμός σχεδόν αντίστοιχος με τον πληθυσμό της πόλης εκείνη την εποχή. Το θέατρο όμως καταστράφηκε ολοκληρωτικά από πυρκαγιά το 1896.

Λίγα χρόνια αργότερα, στο ίδιο σημείο, άρχισε να διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Το 1923-1924 κατασκευάστηκε το ξενοδοχείο «Τσάρ Σιμεόν». Για την εποχή του ήταν το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο ξενοδοχείο του Πλόβντιβ. Το ίδιο όνομα έφερε και ο χώρος μπροστά από το κτίριο, όπως και ο δημοτικός κήπος που βρισκόταν απέναντι. Το κτίριο ήταν ιδιαίτερα μεγάλο για τα δεδομένα της πόλης: στο ισόγειο υπήρχαν χώροι υποδοχής και μεγάλες αίθουσες για δημόσιες χρήσεις, ενώ στους τέσσερις ορόφους βρίσκονταν περίπου 45 δωμάτια. Η κύρια είσοδος βρισκόταν στην πλάγια οδό Πάρτσεβιτς. Η θέση του, ο όγκος του και οι δυνατότητες που προσέφερε ήταν πιθανότατα εκείνα που προσέλκυσαν λίγα χρόνια αργότερα το ενδιαφέρον του Ντιμίταρ Κούντογλου.

snapedit 1788283485704

Η εφορεία του Ιδρύματος «Κουδόγλου», στην πρώτη σειρά: ο Πέταρ Ντρένσκι, ο Δημήταρ Κουδόγλου και ο Νέντκο Καμπλέσκοφ· στη δεύτερη σειρά: ο Δημήταρ Τουρντόγλου, ο Γ. Γιαμπολίεφ, ο δρ. Κίρο Ντόμπρεφ και ο Κωνσταντίν Τουρντόγλου.

 

Η παρουσία του στην κοινωνική ζωή του Πλόβντιβ δεν περιορίστηκε στην οικονομική του δραστηριότητα. Υποστήριξε πρόσφυγες που έφτασαν στην πόλη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ίδρυσε συσσίτια κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ενίσχυσε ιδρύματα, σχολεία, φιλανθρωπικές και πολιτιστικές οργανώσεις, καθώς και ανθρώπους που βρίσκονταν σε ανάγκη. Οι δωρεές του ξεπέρασαν συνολικά τα τρία εκατομμύρια λέβα. Η μεγαλύτερη, όμως, πρωτοβουλία του ήταν αυτή που συνδέθηκε με το Πλόβντιβ και με το κτίριο που βλέπουμε εδώ.

Ποιος ήταν όμως ο Ντιμίταρ Πέτροβ Κούντογλου που αποφάσισε να μετατρέψει ένα από τα πιο πολυτελή ξενοδοχεία της πόλης σε ένα ίδρυμα με εντελώς διαφορετικό σκοπό;

Ο Κούντογλου γεννήθηκε το 1862 στο Μάλκο Γκαμπρόβο, στην περιοχή της Ξάνθης, και προερχόταν από οικογένεια εμπόρων καπνού. Σπούδασε σε ελληνικό σχολείο στη Χίο και ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στο Γαλλικό Κολέγιο της Κωνσταντινούπολης. Μιλούσε πέντε γλώσσες και ακολούθησε την οικογενειακή εμπορική δραστηριότητα, εξελισσόμενος σε έναν από τους σημαντικούς καπνεμπόρους της εποχής. Το 1903 εγκαταστάθηκε στη Δρέσδη, χωρίς όμως να διακόψει τους δεσμούς του με τον τόπο καταγωγής του και με τη Βουλγαρία.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327492769 8ad927229b52ce887dfabce564127e49

Το 1926 ο Κούντογλου αγόρασε το ξενοδοχείο «Τσάρ Σιμεόν» έναντι πέντε εκατομμυρίων λέβα. Αμέσως άρχισαν εκτεταμένες εσωτερικές αναδιαρρυθμίσεις, ενώ από το εξωτερικό μεταφέρθηκε σύγχρονος ιατρικός εξοπλισμός. Στην φωτογραφία βλέπεις το ακτινολογικό τμήμα του Οίκου.

Μέσα σε μόλις εννέα μήνες το παλιό ξενοδοχείο είχε μετατραπεί σε ένα από τα πιο σύγχρονα ιατρικά ιδρύματα της πόλης. Την 1η Οκτωβρίου 1927 άρχισε να λειτουργεί το «Σπίτι της Φιλανθρωπίας και της Λαϊκής Υγείας Ντιμίταρ Πέτροβ Κούντογλου». Εκεί εργάζονταν διακεκριμένοι γιατροί της πόλης, ενώ ο εξοπλισμός του θεωρούνταν ιδιαίτερα σύγχρονος. Το ίδρυμα απέκτησε γρήγορα φήμη που ξεπερνούσε τα όρια του Πλόβντιβ. Η περίθαλψη των οικονομικά αδύναμων ήταν δωρεάν, ενώ όσοι είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν κατέβαλλαν το αντίστοιχο κόστος των υπηρεσιών. Η λειτουργία του ιδρύματος δεν στηριζόταν μόνο στην προσωπική περιουσία του Κούντογλου. Για να εξασφαλιστεί η συνέχειά του, ο ίδιος δώρισε και δύο μεγάλες καπναποθήκες στην οδό Ιβάν Βάζοφ, τα έσοδα από τις οποίες προορίζονταν για την κάλυψη των μισθών του προσωπικού και των λειτουργικών αναγκών του ιδρύματος. Εν τέλει, το κτίριο κατεδαφίστηκε το 1973.

Η μετάβαση από το οθωμανικό Πλόβντιβ σε σύγχρονη πόλη υπήρξε μια διαδικασία βαθιάς πολεοδομικής μεταμόρφωσης, η οποία δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις. Όταν χρειάστηκε να κατεδαφιστούν ή να περικοπούν παλαιότερα κτίρια για να διανοιχθούν και να ευθυγραμμιστούν οι δρόμοι, οι δημοτικές υπηρεσίες αντιμετώπισαν σημαντικές δυσκολίες και αντιστάσεις από τους ιδιοκτήτες. Η αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική φυσιογνωμία του συνόλου της Κεντρικής οδού διαμορφώθηκε κυρίως από το 1890 έως το 1930. Η περίοδος αυτή άφησε μια εξαιρετικά πλούσια ποικιλία κτιρίων, τα οποία, παρότι σχεδιάστηκαν από διαφορετικούς αρχιτέκτονες και ανήκουν σε διαφορετικές αρχιτεκτονικές τάσεις, συνυπάρχουν δημιουργώντας την εντύπωση ενός ενιαίου αστικού συνόλου. Ακολούθησε μια πραγματική οικοδομική άνθηση, με την ανέγερση νέων κτιρίων και τη σταδιακή δημιουργία μιας διαφορετικής εικόνας του κέντρου. Κυρίαρχη θέση στις προσόψεις κατέχει η αισθητική του Σετσεσιόν, στις διαφορετικές ευρωπαϊκές εκδοχές της, που εμφανίστηκαν διαδοχικά στο Μόναχο, τη Βιέννη και το Βερολίνο. Παράλληλα, συναντάμε κτίρια νεοκλασικιστικού και νεομπαρόκ χαρακτήρα. Ο Ιωσήφ Σνίτερ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του νεοκλασικισμού στην πόλη. Η αρχιτεκτονική αυτή ποικιλία, αν και θα περιμένε κάποιος να δημιουργεί μία μη συνεκτική εικόνα, τελικά φαίνεται να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Η διαφορετικότητα των κτιρίων, σε συνδυασμό με τις μικρές αλλαγές στην κατεύθυνση της χάραξης σε αρκετά σημεία, δημιουργεί ένα ιδιαίτερο χωρικό αποτέλεσμα. Επειδή ο δρόμος δεν ανοίγεται ως μια απόλυτα ευθεία γραμμή, οι μικρές αυτές αλλαγές στην πορεία του επιτρέπουν στις όψεις των κτιρίων να εμφανίζονται σταδιακά και να μετατρέπουν τον ίδιο τον περίπατο μέρος της εμπειρίας της πόλης. 

Την ίδια περίοδο, αρκετά από τα σημαντικότερα οθωμανικά κτίρια που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή είχαν ήδη αρχίσει να εξαφανίζονται. Το Μεγάλο Μπεζεστένι, που βρισκόταν στην Καπάνα, κατεδαφίστηκε περίπου το 1925, ενώ το Κουρσούμ Χαν, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κτίρια της οθωμανικής πόλης, κατεδαφίστηκε το 1930. Το Αλατζά Τζαμί είχε ήδη κατεδαφιστεί μετά το 1920, κατά τη διαμόρφωση του κεντρικού δρόμου, ενώ το Χιουνκιάρ Χαμάμ κατεδαφίστηκε το 1929.

Ο καταστροφικός σεισμός του 1928

Η διαδικασία του αστικού ανασχεδιασμού και της πολεοδομικής ανάπτυξης του Πλόβντιβ κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα διακόπηκε από ένα ακόμη σημαντικό γεγονός, τον μεγάλο σεισμό του 1928. Στις 14 Απριλίου σημειώθηκε η πρώτη ισχυρή δόνηση στη Νότια Βουλγαρία, με επίκεντρο κυρίως το Τσιρπάν, το Μπορίσοβγκραντ και τα γύρω χωριά. Λίγες ημέρες αργότερα, το βράδυ της 18ης Απριλίου, η δεύτερη και ισχυρότερη δόνηση έπληξε το Πλόβντιβ και την ευρύτερη περιοχή του. Οι καταστροφές ήταν εκτεταμένες: χιλιάδες κτίρια κατέρρευσαν ή κρίθηκαν ακατάλληλα, ενώ μεγάλος αριθμός κατοίκων έμεινε χωρίς στέγη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν τότε, 73.280 κτίρια είχαν καταστραφεί ή υποστεί ζημιές, ενώ αναφέρθηκαν 114 νεκροί και περίπου 1.000 τραυματίες.

Η περιγραφή της φωτογραφίας στο ψηφιακό αποθετήριο αναφέρεται σε "αποθήκη καπνού κοντά στη «Χισάρ Καπίγια» και την εκκλησία". Το κτίριο που απεικονίζεται είναι το σημερινό εθνογραφικό μουσείο της οικίας Κουγιουμτζόγλου, το οποίο εκείνη την περίοδο πρέπει να είχε χρησιμοποιηθεί ως καπναποθήκη.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13515185290228 cc6d1280e1b694692f862a4c179cfb55

Ο σεισμός ανέτρεψε την καθημερινότητα των κατοίκων και δημιούργησε μια εκτεταμένη ανθρωπιστική κρίση. Οικογένειες εγκατέλειψαν τα ετοιμόρροπα σπίτια τους και αναγκάστηκαν να διανυκτερεύουν σε ανοιχτούς χώρους, σε πρόχειρες σκηνές, σε αυλές, πλατείες και δημόσια κτίρια. Η έλλειψη ασφαλών κατοικιών, τροφίμων και ιατρικής περίθαλψης έκανε αναγκαία την άμεση οργάνωση συσσιτίων, καταλυμάτων και υγειονομικών συνεργείων. Στη φωτογραφία αριστερά βλέπεις τραυματίες στον αυλικό χώρο του νοσοκομείου.

Ο σεισμός μπορεί να προκάλεσε μεγάλες καταστροφές και να άλλαξε την εικόνα της πόλης, αλλά δεν σταμάτησε την καθημερινότητα. Όταν τα κτίρια δεν είναι πλέον ασφαλή, βρίσκονται άλλοι χώροι· και όταν το κουρείο δεν μπορεί να λειτουργήσει, τότε μεταφέρεται στον κήπο. Στη φωτογραφία βλέπεις ένα υπαίθριο κουρείο στον κήπο “Τσαρ Σιμεόν” μετά τον σεισμό.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327490238 71de389d236c08f30066cd7099d3be4b
show pdf issue.pl page 0001

Ο βουλγαρικός λαός και αυτή τη φορά βίωσε τον τρόμο της δικής του Γολγοθά. Μόνο που αυτή τη φορά η ίδια η φύση, η οποία απέναντι σε άλλους είναι τόσο γενναιόδωρη, σαν μητριά μητέρα ξέσπασε την κακία της πάνω στη Βουλγαρία.

Ένας ολόκληρος λαός βυθισμένος στη θλίψη, μια ολόκληρη περιοχή κατεστραμμένη!

Ακριβώς τη στιγμή που αναμένονταν ευεργετικές επιπτώσεις από το τόσο βαρύ, αλλά αναγκαίο δάνειο, μια νέα συμφορά — ο σεισμός — αφαίρεσε και την τελευταία ελπίδα για τον ερχομό καλύτερων ημερών.

Μια ολόκληρη πόλη, το Τσιρπάν, και πολλά θρακικά χωριά έχουν καταστραφεί εκ θεμελίων. Πολλά κτίρια στο Πλόβντιβ, το Χάσκοβο, τη Στάρα και τη Νόβα Ζαγόρα έχουν υποστεί ζημιές· υπάρχουν επίσης πολλά ανθρώπινα θύματα.

Ο Βούλγαρος Τσάρος και οι υπουργοί μετέβησαν αμέσως στον τόπο της καταστροφής και καθησύχασαν τους κατοίκους, οι οποίοι είχαν κυριευθεί από τον φόβο. Το Υπουργικό Συμβούλιο και πολλές άλλες οργανώσεις διέθεσαν βοήθεια για τους πληγέντες.

Έτσι, οι οικονομίες που συγκεντρώθηκαν δεκάρα προς δεκάρα θα πρέπει να δαπανηθούν· θα πρέπει να οικοδομηθούν ξανά κατοικίες, γιατί οι πληγέντες δεν μπορούν να παραμείνουν κάτω από τον ανοιχτό ουρανό.

Τι δυστυχία και τι αβάσταχτη μοίρα!

Αντί για χαρά, η Μεγάλη Ημέρα έφερε μόνο θλίψεις. Δικαίως δεν ήταν Μεγάλη Ημέρα, αλλά μια Μαύρη Ημέρα νέων δεινών για ολόκληρο τον βουλγαρικό λαό.

Δες τι λέει μια εφημερίδα της εποχής για το συμβάν

Ο σεισμός επηρέασε αναπόφευκτα την εικόνα της πόλης. Ωστόσο, η επίδρασή του στην τύχη των κτιρίων δεν ήταν ενιαία. Για ορισμένα κτίρια που βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση εγκατάλειψης ή είχαν υποστεί σημαντικές φθορές, οι καταστροφές του 1928 συνέβαλαν στην οριστική εξαφάνισή τους. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, η καταστροφή δεν σήμαινε απαραίτητα και την απώλεια του κτιρίου. Κτίρια που υπέστησαν σοβαρές ζημιές αποκαταστάθηκαν ή ανοικοδομήθηκαν, διατηρώντας σε σημαντικό βαθμό τη μορφή και τα βασικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά τους.

europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13819327492345 c5d61ef204066b14fcae78e8492af22b (1)
Η φωτογραφία απεικονίζει την κατασκευή του Στρατιωτικού Μεγάρου (1900)
europeana.eu 2024905 photography providedcho nalis foundation f13515185290452 53599d1f40f3437810a356ec6439b739 (1)
Το Στρατιωτικό Μέγαρο το 1920

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Στρατιωτικό Μέγαρο του Πλόβντιβ. Η απόφαση για την ανέγερσή του είχε ληφθεί το 1899, όταν παραχωρήθηκε οικόπεδο ανάμεσα στον κήπο «Τσάρ Σιμεόν» και την αρχή της τότε οδού Σταντσιόνα, τη σημερινή οδό Ιβάν Βάζοφ. Η κατασκευή άρχισε το 1900 και ολοκληρώθηκε το 1908, ενώ τα επίσημα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν την παραμονή του 1909. Το επιβλητικό κτίριο αποτελούσε έναν από τους σημαντικούς νέους χώρους της πόλης και είχε σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί τις ανάγκες της στρατιωτικής κοινότητας του Πλόβντιβ. Η ιστορία του, ωστόσο, δεν ήταν χωρίς περιπέτειες. Το 1927 μια μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε την αίθουσα εκδηλώσεων. 

 Η αποκατάστασή της ξεκίνησε ήδη από το καλοκαίρι του ίδιου έτους και η αίθουσα ανακατασκευάστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου, μαζί με το κύριο τμήμα και τη σκηνή. Λίγους μήνες αργότερα, ήρθε ο σεισμός. Ο σεισμός της 18ης Απριλίου 1928 προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο Στρατιωτικό Μέγαρο και η μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Το κτίριο συγκαταλεγόταν μεταξύ εκείνων που υπέστησαν τις μεγαλύτερες καταστροφές από τη δόνηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν εγκαταλείφθηκε. Με χρηματοδότηση από τη Διεύθυνση Αποκατάστασης, οι εργασίες αποκατάστασης ξεκίνησαν ήδη την άνοιξη του 1929. Η φωτογραφία παρακάτω απεικονίζει το Στρατιωτικό Μέγαρο στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Παρόλο που γίνονται αντιληπτές κάποιες αλλαγές στο αρχιτεκτονικό του στυλ, έχει διατηρήσει την ίδια φυσιογνωμία. 

0902

Βέβαια, η ιστορία της Κεντρικής οδού του Πλόβντιβ δεν σταμάτησε με την οικοδομική άνθηση των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Κατά τα μέσα του 20ού αιώνα ο χώρος υπέστη νέες αλλαγές. Γύρω στο 1960 κατεδαφίστηκε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο ανάμεσα στις οδούς Γκενεράλ Γκούρκο και Πατριάρχ Ευθύμη, δημιουργώντας έναν μεγάλο χώρο αναψυχής και πλατείας μπροστά από το σημερινό κτίριο του Δήμου. Ο χώρος οργανώθηκε με πράσινο, καθιστικά και συντριβάνι, αποκτώντας έναν νέο κοινωνικό ρόλο ως χώρος συνάντησης και ξεκούρασης των κατοίκων. Την ίδια περίπου περίοδο διαμορφώθηκε και η δίοδος προς το Σαχάτ Τεπέ, δίπλα στο κτίριο του Εθνικού Θεάτρου. Η διαμόρφωση αυτή βασίστηκε στην ιδέα του Γερμανού αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Χέρμαν Γιάνσεν, η οποία είχε ενταχθεί στο ανεκπλήρωτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης του 1942 και υλοποιήθηκε από τον αρχιτέκτονα Ζελιάζκο Στόεβικοφ. Εμείς σου δείξαμε μέχρι τώρα πώς είναι η θέα από τον λόφο αλλά όχι πώς να φτάσεις στο λόφο. Όταν βρεθείς λοιπόν στην κεντρική οδό, για να βρεις τη δίοδο προς το Σαχάτ Τεπέ, πρέπει να αναζητήσεις δύο σύγχρονα τοπόσημα της πόλης: Το ένα είναι το πολύχρωμο logo της πόλης “Together 2019” που επιλέχθηκε ως σύνθημα όταν το Πλόβντιβ έγινε πολιτιστική ευρωπαική πρωτεύουσα, και το δεύτερο είναι το άγαλμα του Μίλιο. 

0901(2)

Ανάμεσα στα πιο αναγνωρίσιμα σημεία του σύγχρονου Πλόβντιβ βρίσκεται η σκάλα με τον καταρράκτη νερού και την επιγραφή «Together», ένα από τα σημεία της πόλης που συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την περίοδο του Πλόβντιβ ως Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας το 2019. Εδώ, θα συναντήσουμε και μια γνώριμη μορφή της πόλης: τον Μίλιο.

Ο Μίλιο, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Μιχαήλ Ντιμιτρόφ Τοντόροφ, ήταν από τις πιο χαρακτηριστικές λαϊκές μορφές της πόλης. Γύρω από τη ζωή του δημιουργήθηκαν με τα χρόνια πολλές ιστορίες και διαφορετικές εκδοχές. Οι αφηγήσεις αυτές, άλλοτε χιουμοριστικές και άλλοτε υπερβολικές, αποτελούν μέρος της προφορικής μνήμης που περιβάλλει τη μορφή του. Ο Μίλιο ήταν γνωστός στους κατοίκους της κεντρικής οδού και η παρουσία του συνδέθηκε με τον δημόσιο χώρο, τους περαστικούς και την καθημερινή ζωή του Πλόβντιβ. Το άγαλμά του βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτόν τον χώρο, όπου σύμφωνα με την τοπική παράδοση συνήθιζε να κάθεται και να παρατηρεί την κίνηση της πόλης. Το έργο φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Ντάνκο Ντάνεφ, ενώ η δημιουργία του μνημείου χρηματοδοτήθηκε από τον Γκεόργκι Λάζαροφ, γιατρό που εργάστηκε για πολλά χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτές οι πολύχρωμες σκάλες που χωρίζονται από ένα όμορφο συντριβάνι οδηγούν στο Σαχάτ Τεπέ.

Download QRPrint QR