99f9ba8ccd3497ebc32534ae54a5a25c
Πριν αποκτήσει δρόμους, λιμάνι και γειτονιές, το Δεδέαγατς ήταν απλώς ένας τόπος. Ένας χώρος ανάμεσα στη θάλασσα και στο δάσος. Τον 17ο αιώνα ο Εβλιγιά Τσελεμπή τον περιγράφει ως δασώδη και άγριο· δύο αιώνες αργότερα, το 1872, ο Νικόλαος Χατζόπουλος μιλά για έναν ελώδη τόπο, χωρίς μόνιμους κατοίκους, όπου εγκαθίστανται μόνο εποχικοί εργάτες και ψαράδες, όσο κρατά η δουλειά και ο καιρός το επιτρέπει. Δεν υπάρχει ακόμη πόλη — μόνο ένα πέρασμα. Κι όμως, μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες, το τοπίο αλλάζει ριζικά. Το 1897, σύμφωνα με τον Χριστόδουλο Μελισσηνό, Μητροπολίτη Μαρωνείας, το Δεδέαγατς αριθμεί ήδη περίπου 5.000 κατοίκους. Ένας τόπος χωρίς μνήμη κατοίκησης μετατρέπεται σε ζωντανό αστικό πυρήνα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη συγκέντρωση πληθυσμών παίζει ο σιδηρόδρομος. Από τη δεκαετία του 1870, υπάλληλοι και τεχνικοί των Ανατολικών Σιδηροδρόμων εγκαθίστανται στην πόλη και συγκροτούν τον πυρήνα των ξένων παροικιών. Το Δεδέαγατς συγκροτείται εξαρχής ως μια τυπική οθωμανική αυτοκρατορική πόλη: πολύγλωσση, πολυθρησκευτική, πολυεθνική. Στους δρόμους και στις γειτονιές του συνυπάρχουν Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Βούλγαροι, Εβραίοι, αλλά και Φραγκο-Λεβαντίνοι.

Οι Έλληνες δραστηριοποιούνται κυρίως στο εμπόριο, τα επαγγέλματα, τη ναυτιλία και την εργασία στο λιμάνι. Οι Οθωμανοί στελεχώνουν τη διοίκηση και τις τοπικές οθωμανικές αρχές, ενώ πολλοί είναι και κτηματίες. Οι Ευρωπαίοι εργάζονται στα προξενεία, στα πρακτορεία και στις ναυτιλιακές εταιρείες, ή ως μηχανικοί και τεχνικοί του σιδηροδρόμου. Οι Αρμένιοι συνδέονται στενά με τον σιδηρόδρομο και το λιμάνι, ενώ οι Εβραίοι ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο ή μικροεπαγγέλματα. Οι Βούλγαροι ζουν κατά κύριο λόγο στα χωριά γύρω από το Δεδέαγατς, εργαζόμενοι στην κτηνοτροφία και τη γεωργία, με παρουσία στην πόλη κυρίως στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου. Το Δεδέαγατς δεν συγκροτείται απλώς ως ένας οικισμός, αλλά ως μια κοινωνία σε διαρκή διαμόρφωση. Άνθρωποι διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων, επαγγελμάτων και εθνοτήτων συναντώνται εδώ αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής και επαγγελματικές ευκαιρίες.  Έτσι, από έναν ελώδη και σχεδόν ακατοίκητο τόπο, γεννιέται μια πόλη που γίνεται σταυροδρόμι ανθρώπων, συμφερόντων και πολιτισμών. Πρωταρχική μέριμνα των νέων κατοίκων ήταν να χτίσουν τους χώρους λατρείας τους ή χώρους εκπαίδευσης και για αυτό τα αμέσως επόμενα σε χρονική ακολουθία μετά τον Γαλλικό Σταθμό κτίρια της πόλης είναι οι ναοί.

Ο Ναός του Αγίου Νικολάου, πολιούχου της Αλεξανδρούπολης, ανεγέρθηκε το 1892 και εγκαινιάστηκε στις 26 Αυγούστου 1901 από τον Μητροπολίτη Αίνου Γερμανό Θεοτοκά, αν και έγγραφα ήδη από το 1885 μαρτυρούν την προγενέστερη ύπαρξή του. Αρχιτεκτονικά, πρόκειται για πετρόκτιστο σταυροειδή ναό με τρούλο και δύο κωδωνοστάσια. Μεταξύ 1906 και 1908, τεχνίτες από την Κωνσταντινούπολη αναδιαμόρφωσαν την όψη του, υπερυψώνοντας τα καμπαναριά, προσθέτοντας καμπυλωτές στέγες και μεγάλο ρολόι, δίνοντας στο κτίριο τη μορφή που διατηρεί έως σήμερα.

Ο Ναός του Αγίου Ελευθερίου ανεγέρθηκε την περίοδο 1912–1913, κατά τη βουλγαρική κυριαρχία, για να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες του βουλγαρικού πληθυσμού και ήταν αρχικά αφιερωμένος στους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο. Επρόκειτο για λιθόκτιστη βάση ύψους περίπου δύο μέτρων με ανώτερη ξύλινη κατασκευή, ξύλινες κεραμοσκεπές και κεντρικό υπερυψωμένο τετράγωνο ξύλινο καμπαναριό στην πρόσοψη. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στον ελληνικό κράτος, ο ναός πέρασε στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Αλεξανδρούπολης και μετονομάστηκε σε Ναό Αγίου Ελευθερίου. Κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1950 και στη θέση του ανεγέρθηκε νέος ναός, ο οποίος διατηρεί έως σήμερα το ίδιο όνομα.

Η καθολική εκκλησία του Αγίου Ιωσήφ (1896) αποτελεί και μοναδικό καθολικό ναό στην Θράκη μαζί με το επισκοπείο της καθολικής κοινότητας. Ο καθολικός ναός υπήρξε από τα πρώτα κτίρια που ανέγειρε η καθολική κοινότητα και ολοκληρώθηκε το 1901.

17b1b81eaed90eb854bea1b228d14587

Το σχολείο της Καθολικής Κοινότητας

Το κτίριο το οποίο είναι σήμερα γνωστό ως καπνομάγαζο είχε χτιστεί την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα (1892) από την καθολική κοινότητα του Δεδέαγατς με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως σχολείο για τα παιδιά της κοινότητας. Το 1904 κατά την διάρκεια μιας μαθητικής έκθεσης το κτίριο πήρε φωτιά και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί και να χρησιμοποιηθεί την περίοδο 1922-1923 ως προσωρινό κατάλυμα από τους πρόσφυγες που κατέφθαναν στην πόλη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1923 η εταιρεία επεξεργασίας καπνών Κόμπανι Ζενεράλ ντε Ταμπά του Αγκόπ Ασταρτζιάν θα αγοράσει το κτίριο και το 1924 το κτίριο εγκαινιάζεται με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως χώρος επεξεργασίας και εμπορίας των καπνών της περιοχής. Σήμερα σε αυτό στεγάζεται η Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης.

c54b305e673c2428c45a3c68014cd1e5

Η φωτογραφία που βλέπετε απεικονίζει το κτίριο σε ημιτελή μορφή, λίγους μήνες πριν ξεκινήσουν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Η κατασκευή του κτιρίου διακόπηκε κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων με την αποχώρηση των Τούρκων από τη Θράκη, αφήνοντας το κτίριο σε ημιτελή μορφή για αρκετά χρόνια. Κατά το 1928, έπειτα από δραστηριοποίηση τοπικών παραγόντων για την αποπεράτωση του κτιρίου, εξασφαλίστηκαν οι απαραίτητες πιστώσεις από το Ίδρυμα Ζαρίφη στην Φιλιππούπολη. Γνωστός για το φιλανθρωπικό του έργο, ο Γεώργιος Ιωάννου Ζαρίφης είχε ιδρύσει κατά το 1875 τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία στη Φιλιππούπολη, τα οποία όμως έκλεισαν μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία το 1906.

ΖΑΡΙΦΕΙΟΣ3

Η Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία βρίσκεται στο πάρκο Εθνικής Ανεξαρτησίας.  Το σχολικό έτος 1930-1931 το κτίριο άρχισε να λειτουργεί ως Διδασκαλείο και το 1934 μετά από την κατάργηση των Διδασκαλείων ιδρύθηκε η Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρούπολης, η οποία ονομάστηκε Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία προς τιμήν του ευεργέτη της. Το 1936 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της Παιδαγωγικής Ακαδημίας παρουσία του Βασιλιά Γεωργίου Β. Το κτίριο αποτελείται από τρεις ορόφους.